Σάββατο 21 Απριλίου 2018

ΣΥΡΙΖΑ Αυταπάτες και πραγματικότητα

Μόνο ένα κόμμα με ισχυρές προσβάσεις σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής δραστηριότητας, από το συνδικαλιστικό και το συνεταιριστικό κίνημα μέχρι το αυτοδιοικητικό κίνημα και τα ποικίλα κινήματα δικαιωμάτων θα μπορούσε να διεκδικήσει ρόλο απέναντι ακόμη και σε μια «δική» του κυβέρνηση
Του Τάσου Αναστόπουλου*

Οι προβληματισμοί στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που εστιάζουν στην οργανωτική κατάσταση του κόμματος, και πολιτικών επιστημόνων που θέτουν το γενικότερο ζήτημα του πολιτικού υποκειμένου της ριζοσπαστικής Αριστεράς, όπως εμφανίστηκαν στην "Αυγή", φαίνεται να μην προσεγγίζουν το πρόβλημα από την πιο ουσιαστική σκοπιά, δηλαδή τη σκοπιά της ανταπόκρισης των ενδιάμεσων οργανώσεων στον επιτελικό και οργανωτικό τους ρόλο σε συνάρτηση με τη λειτουργία των Ο.Μ. ως κόμματος στον τόπο τους. Από αυτή την άποψη, και παρά τις προθέσεις των συγγραφέων, οι προβληματισμοί αυτοί συμβάλλουν είτε στο να καλλιεργηθούν αυταπάτες σχετικά με την έξοδο του ΣΥΡΙΖΑ από την οργανωτική του κρίση είτε στη μετάθεση της επίλυσης των προβλημάτων μακριά από την τρέχουσα πραγματικότητα.
Το εγχείρημα της τριετούς διακυβέρνησης αποτέλεσε την κύρια αιτία πρόκλησης διαδοχικών πληγμάτων στο σώμα του κομματικού ΣΥΡΙΖΑ, οδηγώντας τη δραστηριότητά του, από τις Ο.Μ. τοπικά, τις Νομαρχιακές Επιτροπές έως την Κ.Ε., σε πολύ υποτονική κατάσταση.
Η προσωπική μου εκτίμηση είναι πως τα φτωχά ποιοτικά και ποσοτικά αποτελέσματα της κομματικής οικοδόμησης με βάση τις διαδοχικές καμπάνιες εγγραφής νέων μελών από το 2012, σε συνδυασμό με τις αποχωρήσεις που ακολούθησαν τη συμφωνία του Ιουλίου του 2015 και την απορρόφηση μεγάλου αριθμού κομματικών στελεχών για τις ανάγκες της διακυβέρνησης, έχουν συμβάλλει στη σημερινή δυσάρεστη κατάσταση.
Από τη μεριά της, η ηγεσία φάνηκε πως θεωρούσε ικανοποιητική ως αφετηρία την εγγραφή στα μητρώα του κόμματος 40.000 μελών μέχρι τα τέλη του 2014 και, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τη ραγδαία οργανωτική συρρίκνωση του κόμματος μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, απάντησε με την πρόταση για «αντιστοίχιση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία», η οποία σε πρακτικό επίπεδο μεταφράζεται στο «άνοιγμα» των Ο.Μ. και στην άντληση νέων κομματικών μελών από το σώμα των ψηφοφόρων του κόμματος. 
Με βάση την προσωπική μου εμπειρία, θεωρώ πως οι περισσότερες οργανώσεις του κόμματός μας είχαν ανεπαρκή οργανωτικά αποτελέσματα, παρά το ότι ήταν ορθάνοιχτες στην είσοδο και ενσωμάτωση νέων μελών.
Η «αντιστοίχιση με την κοινωνία» ως απάντηση στην οργανωτική καχεξία παραβλέπει ότι ήδη από τα τέλη του 20ού αιώνα ο θεσμός «πολιτικό κόμμα» έχει περιέλθει σε αναντιστοιχία με τις διαθέσεις της κοινωνίας, ιδιαίτερα του νεότερου τμήματός της.
Η αναντιστοιχία αυτή πλήττει συστημικά και μη συστημικά κόμματα. Οι περιπτώσεις Podemos και Κόρμπιν πρέπει να εξεταστούν με προσοχή πριν αναφερθούν ως αντιπαραδείγματα. Στην Ελλάδα, η κοινωνία στη μεγάλη της πλειοψηφία αντιλαμβάνεται την κομματική λειτουργία ως μια βαρετή και πρακτικά ατελέσφορη τελετουργία και δεν βλέπει κάποια πρακτική χρησιμότητα στην κομματική ένταξη στον βαθμό που οι βασικές πελατειακές προσδοκίες έχουν εξανεμιστεί. Αν τα προηγούμενα είναι σωστά, τότε η οργανωτική μαζικοποίηση του κόμματος είναι ανέφικτη, ιδιαίτερα με ποιοτικούς όρους.
Τα τρία χρόνια κυβερνητικής εμπειρίας του ΣΥΡΙΖΑ αισθάνομαι ότι αποδείχτηκαν αρκετά για να κάνουν όσους από εμάς συνεχίζουμε να είμαστε ενεργά μέλη του, σοφότερους ως προς τις δυσκολίες της διακυβέρνησης ενός αστικού κράτους που βρίσκεται σε κατάσταση πολιτικής και οικονομικής χρεοκοπίας και συγχρόνως σε βαθιά κοινωνική κρίση. 
Ο ΣΥΡΙΖΑ πορεύτηκε πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης αλλά και στο αρχικό διάστημα αυτής μέχρι την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου μέσα σε ένα εσωτερικό κομματικό περιβάλλον όπου κυριαρχούσε η ρητορεία περί ρήξης, καταγγελίας όλων των εκ δεξιών αντιπάλων μας ως δοσίλογων-γερμανοτσολιάδων, σκισίματος των Μνημονίων, εξόδου από το ευρώ και αναζήτησης εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης και άλλων επιεικώς ανεύθυνων.
Η ανάληψη της διακυβέρνησης το 2015 ενέπλεξε, αρχικά ασαφώς αλλά μετά τον Ιούλιο του 2015 ξεκάθαρα, τον ΣΥΡΙΖΑ με την ιστορική εκκρεμότητα του αστικού δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της χώρας τον οποίο είχαν επαγγελθεί και αθετήσει το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. Το γεγονός αυτό έβαλε την κυβέρνηση και το κόμμα μπροστά σε μια σειρά διλήμματα που οδήγησαν στη διάλυση της ψευδοενότητας που άφησε ως κληρονομιά το 1ο Συνέδριο. 
Δεν τέθηκαν ρητά και συνεπώς δεν απαντήθηκαν ευθέως ερωτήματα όπως: α) αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη της διακυβέρνησης χωρίς να εμπλακεί στο εγχείρημα του εκσυγχρονισμού, υλοποιώντας πολιτικές με πρόσημο κοινωνικής αλλαγής- ανεξάρτητα από τον εσωτερικό και εξωτερικό συσχετισμό δυνάμεων, β) αν όφειλε να αποποιηθεί τις κυβερνητικές ευθύνες, γ) αν μπορούσε να υλοποιηθεί ένα κυβερνητικό πρόγραμμα με φιλολαϊκό πρόσημο και με ορίζοντα την αλλαγή βασικών κοινωνικών όρων χωρίς προηγουμένως να λυθεί το ζήτημα του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της χώρας.
 Έτσι, το τραύμα της σύναψης του τρίτου Μνημονίου δεν αντιμετωπίστηκε με μια επώδυνη, αλλά πολιτικά αναγκαία διαδικασία και γι’ αυτό εσωτερικεύθηκε από τα μέλη ως σύγχυση λόγω απεμπόλησης διακηρύξεων με αποτέλεσμα την εσωστρέφεια, την αποφυγή των συντεταγμένων κομματικών διαδικασιών και τελικά την αποστασιοποίηση.
Η αξιολόγηση της κατάστασης μας επιβάλλει να αναγνωρίσουμε ότι η συγκυρία απαιτεί επειγόντως την ενίσχυση της συνοχής του κόμματος, την ανάδειξη των πιο ποιοτικών στελεχών σε όλες τις θέσεις ευθύνης, την απαλλαγή του από τη διχαστική παρασκηνιακή δράση μηχανισμών επιρροής, την ενθάρρυνση των Ο.Μ. ώστε να δρουν ως κόμμα στον χώρο τους και την ελεύθερη εσωκομματική διακίνηση απόψεων και εμπειριών μέσω της οριζόντιας ηλεκτρονικής επικοινωνίας των μελών και των οργανώσεών του. 
 Πρέπει το κόμμα μας επειγόντως να είναι σε θέση να υποδεχτεί κάθε μελλοντική κατάσταση θετική και κυρίως αρνητική. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμη και εν όψει κυβερνητικών επιτυχιών για την έξοδο από τα Μνημόνια, την πρόοδο του θεσμικού εκσυγχρονισμού και τη στροφή σε μια πιο φιλολαϊκή πολιτική οι προοπτικές μαζικοποίησης του κόμματος είναι πολύ περιορισμένες και η νίκη στις προσεχείς εκλογές, στις οποίες θα πάμε με το «παλιό» κόμμα και όχι με το «νέο», αμφίβολη.
Κάθε άλλη θεώρηση των προβλημάτων του παρόντος και των μελλοντικών προοπτικών οδηγεί σε αντιλήψεις αποσπασμένες από την πραγματικότητα, κοινώς αυταπάτες. Τυπική περίπτωση απόσπασης από την πραγματικότητα είναι οι συχνές αναφορές στη μη υλοποίηση του κόμματος των μελών, υπονοώντας προφανώς ότι αν αυτό το πρόβλημα είχε λυθεί, θα είχαμε ένα σφριγηλό και μαζικό κόμμα, θρονιασμένο μέσα στη ζεστή αγκαλιά της κοινωνίας.
 Όμως, η πραγματική εσωκομματική ζωή στο ενδιάμεσο και κατώτερο οργανωτικό επίπεδο αποδεικνύει ότι κανένα καταστατικό δεν μπορεί να κατοχυρώσει ως κεκτημένο το κόμμα των μελών αν τα ίδια τα μέλη αδρανούν απέναντι στην υλοποίησή του.
Στην αρχική φάση της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αναλώθηκε πολύς χρόνος σε συζητήσεις για τις σχέσεις κόμματος-κυβέρνησης. Οι συναφείς προβληματισμοί ήταν, κατά τη γνώμη μου, άστοχοι στον βαθμό που δεν έβαζαν στο κέντρο του ενδιαφέροντος την ισχνή οργανωτική κατάσταση του ΣΥΡΙΖΑ και τις αδύναμες σχέσεις του με το μαζικό κίνημα. 
Μόνο ένα κόμμα με ισχυρές προσβάσεις σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής δραστηριότητας, από το συνδικαλιστικό και το συνεταιριστικό κίνημα μέχρι το αυτοδιοικητικό κίνημα και τα ποικίλα κινήματα δικαιωμάτων, θα μπορούσε να διεκδικήσει ρόλο απέναντι ακόμη και σε μια «δική» του κυβέρνηση.
Τα κύρια ερωτήματα που ακούει κανείς από όσους και όσες επιμένουν να δρουν ως ενεργά μέλη είναι αν τελικά μπορούν να συμβάλουν σε κάτι καλύτερο ή πρέπει να αρκεστούν σ’ αυτό που υπάρχει ή, τέλος, να τα παρατήσουν;
Πιστεύω ότι στο πλαίσιο του καταστατικού μας υπάρχει τρόπος, αλλά δυστυχώς λίγος χρόνος, ώστε να ενισχυθεί ο ποιοτικός χαρακτήρας της λειτουργίας των ενδιάμεσων οργανώσεων και να θωρακιστούν από παρεμβάσεις κυβερνητικών στελεχών που συμπράττουν με μεσαία στελέχη ενταγμένα σε εσωκομματικούς μηχανισμούς, τα οποία, σύμφωνα με εύστοχο χαρακτηρισμό αρθρογράφου της “Αυγής” δρουν ως «βαρίδια» πάνω σε κάθε κομματική δραστηριότητα η οποία δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους. 
Στενά συναρτημένη με την ανεπαρκή λειτουργία ενδιάμεσων οργανώσεων είναι η ύπαρξη Ο.Μ. με υπερβολικά μεγάλο αριθμό ανενεργών μελών που δίκαια αποκαλούνται «οργανώσεις φούσκες». Είναι κρίσιμο να δοθεί μια λύση στο πρόβλημα αυτών των Ο.Μ., οι οποίες κατά κανόνα δεν έχουν άλλη εξωστρεφή πολιτική δραστηριότητα εκτός από τη συντήρηση των συσχετισμών στις νομαρχιακές συνδιασκέψεις. 
Για τον σκοπό αυτόν η δραστική εκκαθάριση των μητρώων από πρόσωπα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις των ενεργών μελών, πάντα με βάση τα σχετικά άρθρα του καταστατικού μας, είναι επιβεβλημένη. Η μετάθεση της επίλυσης όλων των παραπάνω ζητημάτων στο μελλοντικό καταστατικό συνέδριο αποπροσανατολίζει από τις επείγουσες ανάγκες του παρόντος. Για το κόμμα μας, ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος.

* Ο Τάσος Αναστόπουλος είναι μέλος της Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Μίκρας


Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Ο...μπαχαλάκιας κύριος Σαμαράς

Νίκος Τσαγκρής

Ένα ανυπόστατο άρθρο ενός ανυπόστατου ηγέτη αποκάλυψε το πολιτικό μπάχαλο που επικρατεί στην περιοχή των κομμάτων της μείζονος αντιπολίτευσης
Το «άρθρο Σαμαρά» ("Καθημερινή", 7.4.2018) δεν είναι άρθρο. Ο ιστός του είναι ανύπαρκτος, οι αρθρώσεις του σπασμένες. Δεν διαβάζεται, παίζεται σαν πρόζα. Μια κακογραμμένη θεατρική φάρσα, μια γελοία ακολουθία πολιτικών στρεβλώσεων. Μόνο ο Λάκης Λαζόπουλος θα μπορούσε να το σώσει. Να το διαβάσει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο ως... πλούσια κυρία των βορείων προαστίων. Να γελάει ο κάθε πικραμένος...
Πλην Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο οποίος «διάβαζε το άρθρο κι έψαχνε μαντίλι να κλάψει», όπως διαδίδουν κάτι αλήτικα "γαλάζια" παπαγαλάκια: η συγκεκριμένη δημόσια παρέμβαση Σαμαρά (και μάλιστα από την αγαπημένη του "Καθημερινή") τον έκανε λιώμα, δεδομένου ότι αποκάλυψε στο πανελλήνιο την ηγετική αδυναμία του∙ το γεγονός ότι είναι αρχηγός της Ν.Δ. μόνο στα χαρτιά.
Πράγματι, η νέα... «υπέρβαση Σαμαρά» (όπως έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την αρθρογραφική παρέμβαση του εμπλεκόμενου στο σκάνδαλο Novartis πρώην πρωθυπουργού οι λιγοστοί μιντιακοί του φίλοι) αποκάλυψε ότι η Ν.Δ. δεν είναι το κεντροδεξιό ευρωπαϊκό κόμμα που αρχικά επιθυμούσε το μητσοτακέικο∙ ούτε το κόμμα της παραδοσιακής λαϊκής Δεξιάς που, επίμονα, νοσταλγεί η καραμανλική πτέρυγα της παράταξης∙ ούτε ο ακραία νεοφιλελεύθερος σχηματισμός με τα ακροδεξιά αντανακλαστικά που λανσάρισαν και, εν τέλει, επέβαλαν στον Κυριάκο οι ακροδεξιοί... μουσαφιραίοι, οι «Άδωνης και ΣΙΑ».
Η «νέα... υπέρβαση Σαμαρά» αποκάλυψε ότι η σημερινή Ν.Δ. είναι όλα αυτά μαζί. Αλληλοσυγκρουόμενα. Με τον «αρχηγό» ανάμεσά τους. Φτερό στον άνεμο.
*******
Η «νέα... υπέρβαση Σαμαρά» υπερβαίνει τη σημερινή Ν.Δ. και τον αρχηγό της Κυριάκο Μητσοτάκη, ακολούθως υπερβαίνει την σημερινή μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ (το Κίνημα Αλλαγής και την πρόεδρό του Φώφη Γεννηματά), κάνει... όπισθεν ολοταχώς και, υπερβαίνοντας και τον παρόντα πολιτικό χρόνο (ΣΥΡΙΖΑ), επιστρέφει στο σαμαροβενιζελικό έπος του 2013-14: «τότε που τα καταφέραμε με τις υπερβάσεις που τολμήσαμε στη Νέα Δημοκρατία και στο ΠΑΣΟΚ».
Εύκολο είναι; Όχι βέβαια... Για να πετύχει η «υπέρβαση», (το ταξίδι στον σαμαροβενιζελικό χρόνο), «πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να ηττηθεί στρατηγικά και οριστικά» τονίζει ο... υπερβατικός πρώην πρωθυπουργός. Στη γραμμή Βενιζέλου: «Προϋπόθεση των πάντων είναι η συντριπτική εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ». Στη γραμμή Λοβέρδου: «Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ηττηθεί και πρέπει να ηττηθεί ως αντίπαλος μιας αποτυχημένης πολιτικής». Στη γραμμή Άδωνι: «Να φύγει γρήγορα ο Τσίπρας, μήπως και δούμε άσπρη μέρα»...
Ωστόσο, όπως καταλαβαίνετε όσοι καταλαβαίνετε, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν είναι τόσο ηλίθιος ώστε να ομολογήσει τη συμπαιγνία και να δώσει τους συμπαίκτες του σ’ αυτήν, ο υπερβατικός αρθρογράφος περιγράφει την «υπέρβαση» ως εξής: «Σήμερα η χώρα έχει ανάγκη από μια μεταρρυθμιστική, πατριωτική, δημοκρατική και αξιακή υπέρβαση και πλέον απαραίτητος εταίρος αυτής της μεγάλης σύγκλισης είναι το Κίνημα Αλλαγής»...
*******
Είναι ακριβώς αυτή η περιγραφή, η υπογραμμισμένη αναφορά στο Κίνημα Αλλαγής ιδίως, που δίνει μια κάποια υπόσταση στο κατ’ ουσίαν ανύπαρκτο «άρθρο Σαμαρά» στην πασχαλιάτικη "Καθημερινή" (σ.σ.: βλέπε πρόλογο). Και είναι η ίδια αναφορά που αποκαθιστά τον εμπλεκόμενο στο σκάνδαλο Novartis πρώην πρωθυπουργό ως πολιτικό μπαχαλάκια (Πολιτική Άνοιξη κ.λπ.) και κάνει μπάχαλο τον πολιτικό χώρο που ορίζεται από την Άκρα Δεξιά ώς την Κεντροαριστερά.
Προκαλώντας αντιδράσεις σαν κι αυτή: «Ακόμη μια προδοσία απ’ αυτόν που 'έσυρε την πατρίδα μας σε μια γελοία και εν πολλοίς προδοτική συγκυβέρνηση', αυτόν που 'σφιχταγκαλιάστηκε' με τον Ευ. Βενιζέλο, αρχηγό του 'πάντα μισητού ΠΑΣΟΚ'».
Ή σαν κι αυτή: «Το Κίνημα Αλλαγής δεν διαπραγματεύεται την αυτονομία του και όσο θα δυναμώνει θα γίνονται προτάσεις όπως αυτές του Α. Σαμαρά».
Ή σαν κι αυτή: Για μια ακόμη φορά ο Αντώνης Σαμαράς αποδεικνύει ότι είναι ξένο σώμα στη μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη (...) Ο Κυριάκος Μητσοτακης οφείλει να του δείξει την πόρτα εξόδου...
Μόνο σ’ αυτόν; Και στον Άδωνι αρμόζει μια πόρτα εξόδου. Και στους άλλους εσωκομματικούς συμπαίκτες της σαμαρικής... υπέρβασης. Μήπως και στον ίδιο τον Μητσοτάκη; Διότι υπάρχουν αρκετοί ένθεν κακείθεν που το υποστηρίζουν, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία περί αυτού. Το ίδιο εξάλλου συμβαίνει ένθεν κακείθεν του Κινήματος Αλλαγής: «Ποια υπέρβαση, σύντροφοι, μια συμπαιγνία του τρίο Novartis* είναι, που αδειάζει τον Κυριάκο επειδή προσφάτως απέκλεισε το ενδεχόμενο να δεχτεί τους Βενιζέλο και Λοβέρδο στη Ν.Δ.» λένε. Και ζητούν από την κυρία Φώφη να τους δείξει εκείνη την... πόρτα εξόδου. Πιάσ' τ' αυγό και κούρευ' το..
* «Τρίο Novartis» αποκαλούν στα πέριξ του Κινήματος Αλλαγής τους κυρίους Σαμαρά - Βενιζέλο - Λοβέρδο.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Τι άλλο θα δούμε στην Περιφέρεια Πελοποννήσου!



Μια μελέτη που δε μας παρουσίασε ποτέ κανείς και αφορά σοβαρό έργο που μεγάλο μέρος του έχει ήδη εκτελεστεί (!), κληθήκαμε να εγκρίνουμε στην τελευταία συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου (ΠΕ.ΣΥ.) την Τρίτη 10/4/18.

Ήταν το 8ο θέμα της ημερήσιας διάταξης και αφορούσε την έγκριση μελέτης για τη διαμόρφωση του παραλιακού δρόμου του Γυθείου, που έχει χαρακτηριστεί εθνικός και επαρχιακός. Πρόκειται για έναν δρόμο μεγάλης αξίας για την πόλη, μιας και συνδέεται με ζητήματα λειτουργίας του λιμανιού, κυκλοφοριακά, επαγγελματικά (με τα κατά μήκος ιδιωτικά καταστήματα), έκτακτης ανάγκης, εξυπηρέτησης των πεζών, των ποδηλάτων κ.λπ.

Με τόσες σοβαρές χρήσεις και με την εμπλοκή πολλών υπηρεσιών, όπου άλλες γνωμοδοτούν και άλλες εγκρίνουν, θα περίμενε κανείς μια τέτοια μελέτη αφενός να είναι άρτια και αφετέρου συντεταγμένα να ακολουθήσει για έγκριση όλες τις θεσμοθετημένες διαδικασίες και μετά να προχωρήσει η υλοποίησή της (το έργο).

Ωστόσο, εμείς στη συνεδρίαση του ΠΕ.ΣΥ. κληθήκαμε να αποφανθούμε για:

α) Μια μελέτη που δεν είδαμε ποτέ και δεν την παρουσίασε κανείς!

β) Μια μελέτη για την οποία η Αποκεντρωμένη Διοίκηση με το 111480/18.5.2017 έγγραφό της έχει ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία για να αποφανθεί και για να την προωθήσει περαιτέρω και, το πιο σημαντικό

γ) Μια μελέτη που, όπως ακούσαμε από την αρμόδια αντιδήμαρχο, ενώ δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, έχει εκτελεστεί επί τόπου μεγάλο μέρος της!!!

Το θλιβερό της υπόθεσης είναι ότι με αυτά τα στοιχεία και παρά τις έντονες αντιδράσεις κοινωνικών φορέων και ενεργών πολιτών της περιοχής, το Περιφερειακό Συμβούλιο ενέκρινε τη μελέτη με το επιχείρημα του Περιφερειάρχη ότι πρέπει να σεβόμαστε τους θεσμούς, άρα και την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ανατολικής Μάνης!
Το μεγάλο ερώτημα είναι ποιος σέβεται τις διαδικασίες, τους νόμους και το Περιφερειακό Συμβούλιο και γιατί αφήνουν να εκτίθενται και να διασύρονται συλλογικά όργανα, όπως είναι το ΠΕ.ΣΥ. Πελοποννήσου και το Δημοτικό Συμβούλιο Ανατολικής Μάνης!

Επειδή δεν είναι η πρώτη φορά που έρχονται εκτελεσμένα έργα του Δήμου Ανατολικής Μάνης για έγκριση στο Περιφερειακό Συμβούλιο, οφείλουμε αυτό να το σταματήσουμε. Όλη η ευθύνη είναι στον Περιφερειάρχη, στον πρόεδρο του Περιφερειακού Συμβουλίου και στη χωρική Αντιπεριφερειάρχη Λακωνίας που επιτρέπουν να έρχονται για συζήτηση και έγκριση μελέτες με τέτοια χαρακτηριστικά.

Πηγαίνοντας για τις εκλογές του 2019, κάποιοι ξεχνούν και υποτάσσουν το θεσμικό τους ρόλο προκειμένου να εξυπηρετήσουν πελατειακές σχέσεις. Ο κατήφορος αυτός που δεν έχει “πάτο”, μιας και ξεπερνούν τα αυτονόητα, τους βάζει απέναντι στην κοινή γνώμη, στη λογική και τις απαιτήσεις των καιρών να αλλάξει ρότα αυτή η κοινωνία.
Ας μην ψάχνουμε μόνο μακριά μας να βρούμε τους υπαίτιους για τη μνημονιακή μας βαρβαρότητα.

Τρίπολη 13/4/18
Η παράταξη
«Πελοπόννησος Πρώτα»