Παρασκευή 16 Αυγούστου 2019

ΟΣΥΡΙΖΑ μετά


Δημ. Γιατζόγλου.                           Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά

1. Η Ανασυγκρότηση. Η Διεύρυνση. Η Μετεξέλιξη. Η Επανίδρυση. Ο Μετασχηματισμός. Το Κόμμα από την αρχή. Το Ανοιχτό Κόμμα. Το Κόμμα ως φόρμα. Το κόμμα Κίνημα / Παράταξη / Πόλος / Δέντρο... Το Πρόγραμμα... Η Ταυτότητα....
Λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ. Περισσότερο ως στερεότυπα, με το συμβολικό τους φορτίο· λιγότερο μ’ ένα ακριβές νοηματικό περιεχόμενο. Σημασίες επικαλυπτόμενες, αλλά και αντιθετικές. Που, στο όνομα του ανοιχτού διαλόγου, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο «δημιουργικής ασάφειας», ιδανικό για την ανάπτυξη ενός διακριτικού βοναπαρτισμού των προειλημμένων αποφάσεων.
Ας σταθούμε, αρχικά, στην παραδοξότητα: Η Κ.Ε. κλήθηκε να συνομολογήσει -λειτουργώντας ως forum- την έναρξη του διαλόγου για τον «ΣΥΡΙΖΑ μετά», χωρίς να έχει εκπληρώσει την αυτονόητη υποχρέωσή της: να αποφανθεί για τον «ΣΥΡΙΖΑ πριν»· να αποτιμήσει κριτικά τη μέχρι σήμερα πορεία. Αλλά, αν το προσκλητήριο για το «κόμμα από την αρχή» ξεκινάει από την εκτίμηση ότι μπαίνουμε σε ένα νέο πολιτικό κύκλο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για τον κύκλο που κλείνει.
Η συζήτηση για το «μετά» προϋποθέτει τη συζήτηση για το «πριν», ώστε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που εξαντλήθηκε και πρέπει να «μετασχηματιστεί». Το ερμηνευτικό σχήμα «και χάσαμε και κερδίσαμε» είναι προδήλως ανεπαρκές. Χωράει όλες τις εκδοχές.
2. Η κομματική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια εύλογη προτεραιότητα. Οχι όμως μια εύκολη υπόθεση. Δεν ταυτίζεται και δεν εξαντλείται με τη μαζικοποίηση των οργανώσεων, την επινόηση νέων μορφών συμμετοχής, την αναγκαία επιστροφή στελεχών πρώτης γραμμής στις κομματικές δομές. Η ανασυγκρότηση δεν είναι πρωτίστως ζήτημα λειτουργικών διευθετήσεων και αναζήτησης μιας νέας «φόρμας». Ακόμα και τα πιο καινοτόμα οργανωτικά στοιχεία, αποσυνδεδεμένα από την παραγωγή πολιτικής και προγράμματος, θα αφομοιωθούν στο παράδειγμα ενός κόμματος που παράγει παθητική συναίνεση στις αποφάσεις της κορυφής.
Ο θεμελιώδης όρος της ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η επανάκτηση του πολιτικού του ρόλου, ο οποίος βαθμιαία εκχωρήθηκε ολοκληρωτικά σε επιμέρους θεσμικές του εκφράσεις και τελικά στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανασυγκροτηθεί αν «επανιδρυθεί» ως πολιτικό υποκείμενο· αν υπερβεί τον εγκλωβισμό της πολιτικής πρακτικής του στο πεδίο της κρατικής υπερδομής· αν παραμείνει στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι τελικά σχέση με τις ταξικές και κοινωνικές του αναφορές.
Αν, αντίθετα, προσχωρήσει στον κομφορμισμό πολιτικών υποδειγμάτων ενός φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με τον οποίο η διαμόρφωση των πολιτικών και προγραμματικών επιλογών αποτελεί προνόμιο της κοινοβουλευτικής ομάδας, του προεδρικού επιτελείου ή μιας «σκιώδους κυβέρνησης», θα παραμείνει καθηλωμένος στον κύκλο που κλείνει, όσες «ανασυγκροτήσεις» και αν επιχειρηθούν.
3. Ας είμαστε ειλικρινείς: η έννοια του μετασχηματισμού για ένα πολιτικό κόμμα θέτει ευθέως το ζήτημα της αλλαγής ταυτότητας· αν βεβαίως ως ταυτότητα εννοούμε τη ζώσα συνθήκη ύπαρξής του και όχι ένα εγκόλπιο αρχών που αναφέρονται στον ορίζοντα του «κάποτε» και αφήνουν ανέπαφη την τρέχουσα πολιτική του πράξη.
Για ένα κόμμα της Αριστεράς η ταυτότητα δεν είναι προϊόν μόδας, υποκείμενο στην εκάστοτε ζήτηση της εκλογικής αγοράς και στις επιταγές της συγκυρίας. Συμπυκνώνει τον δεσμό παρελθόντος και μέλλοντος, ιστορικότητας και παρόντος μέσα από τον οποίο τίθεται συνεχώς το ζήτημα της ανθρώπινης χειραφέτησης από τις δουλείες του καπιταλισμού. Γίνεται με τα χρόνια βιωμένη εμπειρία, στοιχείο αντίστασης στον ιδεολογικό σχετικισμό. Πυξίδα προσανατολισμού της μακράς ιστορικής διάρκειας, μηχανισμός ελέγχου των αδιεξόδων της light πολιτικής, θεμέλιος λίθος της αφοσίωσης των στρατευμένων.
Το ζεύγος «μετασχηματισμός - ταυτότητα» πρέπει λοιπόν να αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα διαλόγου για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεση των απόψεων πρέπει να είναι καθαρή. Χωρίς εκπτώσεις και λογικές του μέσου όρου, έξω από την αντίληψη των «συνθέσεων» που, αργά ή γρήγορα, διαβρώνουν την ενότητα του πολιτικού υποκειμένου.
4. Η εξαγγελθείσα Διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη δρομολογηθεί: Ως «διεύρυνση στην κοινωνία» και ως διεύρυνση του χαρακτήρα και της βασικής στρατηγικής του αναφοράς. Μέσα από την ασάφεια και την αμφισημία των νύξεων, η κατεύθυνση είναι ορατή: η παραπέρα «ωρίμανση» (λιγότερο ή περισσότερο βίαιη) απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό του: από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα εκφραστή τού κατά συνθήκη οριζόμενου «προοδευτικού χώρου». Το υψηλό ποσοστό της πρόσφατης εκλογικής καταγραφής θεωρήθηκε (αυθαιρέτως) ως εντολή υλοποίησης του άλματος και ως υπαρκτή διαθεσιμότητα συμμετοχής σε αυτό.
Τα ερωτήματα υπάρχουν και αφορούν το «διά ταύτα» της πρόσκλησης για συμμετοχή: Συμμετοχή στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ για την ανασυγκρότησή του; Συμμετοχή στις διεργασίες συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία (προεξοφλώντας την κατάφαση σε μια ταυτότητα και ένα πρόγραμμα που ακόμα δεν υπάρχουν); Δέσμευση για συμμετοχή στο επόμενο βήμα μιας απροσδιόριστης διεύρυνσης;
Οπως υπάρχουν και οι ενστάσεις: η επιλογή για τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα – παράταξη, κόμμα - ομπρέλα (ή κόμμα – δέντρο, αν το προτιμάμε ως όρο), κόμμα της Κεντροαριστεράς δηλαδή (για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους), οδηγεί σε έναν ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό χωρίς όρια και σε μια χαλαρή ταυτότητα - αμοιβάδα. Υποκαθιστά την αναγκαιότητα της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με την αντίληψη της άμβλυνσης των «ακροτήτων» του ως μοναδικής σημερινής (ώς πότε;) δυνατότητας. Ακυρώνει τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας, θεωρώντας τον ισχυρό πολιτικό διπολισμό και την εναλλαγή των «πόλων» του στη διακυβέρνηση ως το δημοκρατικό όριο μιας αριστερής στρατηγικής.
Μόνο που η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές και η δρομολογημένη ήδη εμπέδωσή της σε μια μακροπρόθεσμη, συμπαγή ιδεολογική κυριαρχία του αστισμού, υποδεικνύει στην Αριστερά μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση.
5. Παραθέτω, προσυπογράφοντάς το, ένα απόσπασμα πρόσφατου άρθρου του Κύρκου Δοξιάδη στην «Εφ.Συν.»: «Tο εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου είναι πρώτα και κύρια συνέπεια μιας ισχυρής και αποτελεσματικής ανασύνταξης και ανασυσπείρωσης των κυρίαρχων ταξικών δυνάμεων γύρω από τον κομματικό μηχανισμό που ανέκαθεν τις εκπροσωπούσε μεταδικτατορικά».
Η σαφήνεια της εκτίμησης δεν έχει ανάγκη από σχολιασμό. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε αντιστικτικά τον βασικό λόγο της δικής μας ήττας: απέναντι σ’ έναν πολιτικο-κοινωνικό και ιδεολογικό συνασπισμό εξουσίας που έχει ενσωματώσει και τις δυνάμεις της Ακροδεξιάς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει και να αντιπαραθέσει έναν αντίστοιχο συνασπισμό -δεν κατάφερε να μετασχηματίσει την πολιτική συναίνεση που τον έφερε στην κυβερνητική εξουσία σε μια σταθερή και βαθύτερη ηγεμονία.
Θα άξιζε μια σοβαρή συζήτηση για τους λόγους αυτής της αποτυχίας: όπως, για παράδειγμα, γιατί επιλέξαμε την αντιπαράθεση σε δευτερεύοντα πεδία, όπως αυτό της διαφθοράς, των οικονομικών «παθογενειών», της αποτελεσματικότερης προσαρμογής και διαχείρισης για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Και πρωτίστως γιατί υποτιμήσαμε και αποφύγαμε τη μάχη στο πεδίο της ιδεολογίας· όχι μέσα από την αντιπαράθεση αφηρημένων ρητορικών, αλλά με τη συγκεκριμένη κριτική του κυρίαρχου οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποδείγματος.
Κυρίως όμως θα άξιζε μια συζήτηση για το μέλλον. Για το αν αυτό που απαιτείται είναι ο μετασχηματισμός μας ή η ανασυγκρότηση μιας ισχυρής ταυτότητας που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία της Δεξιάς στον πυρήνα της: την προσπάθεια εμπέδωσης στη χώρα του καθεστώτος του επιθετικού νεοφιλελευθερισμού. Και η συστηματική επεξεργασία ενός πολιτικού προγράμματος μιας μετακαπιταλιστικής μετάβασης.
Υστερόγραφο: Δεν έχει επιλεγεί αυτή η κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαγγελθεί είναι η ελεγεία του μελαγχολικού τέλους μιας εποχής και η αποδοχή της ανάδυσης του «νέου ηγεμόνα». Αυτό που εκφωνείται είναι: «ο Βασιλιάς είναι νεκρός. Ζήτω ο Βασιλιάς!». Λυπάμαι που δεν μπορώ να συμμετάσχω στους εορτασμούς της διαδοχής.

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΠΙΣΩΓΥΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΚΟΙΚΗΣΗ

Αλέξης Χαρίτσης

Η συζήτηση αυτή στη Βουλή έρχεται λίγες μόνο μέρες μετά την ψήφιση ενός άλλου ν/σ που φέρατε εν μέσω θέρους,  για το επιτελικό κράτος. Και το αναφέρω αυτό γιατί τα δύο αυτά συνδέονται ευθέως. Τα ενώνει το ίδιο νήμα της λογικής της υπερσυγκέντρωσης αρμοδιοτήτων και εξουσιών. Η ίδια νοοτροπία εξασθένισης δομών και μηχανισμών διαβούλευσης, ελέγχου και λογοδοσίας.

Αυτό επιχειρείτε για το Κράτος -το ίδιο θέλετε να κάνετε και στην Αυτοδιοίκηση!

Λίγες μόλις εβδομάδες μετά τις αυτοδιοικητικές εκλογές, στις οποίες το εκλογικό σώμα προσήλθε έχοντας υπόψη του το συγκεκριμένο, ισχύον εκλογικό σύστημα του «Κλεισθένη» και ενώ είναι γνωστές οι συνθέσεις των νέων δημοτικών, τοπικών και περιφερειακών συμβουλίων.
Υπενθυμίζω ότι ο «Κλεισθένης» αποτέλεσε μια συνολική μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της Τ.Α. με άξονες την εμβάθυνση της δημοκρατίας, την ενίσχυση των θεσμών λαϊκής συμμετοχής, τη βελτίωση της οικονομικής και αναπτυξιακής λειτουργίας των ΟΤΑ, τον εκσυγχρονισμό των όρων εποπτείας της Αυτοδιοίκησης. Υπήρξε αντικείμενο πρωτοφανούς σε εύρος και σε διάρκεια διαβούλευσης, για πάνω από δύο χρόνια, σε όλα τα κεντρικά και περιφερειακά όργανα των αυτοδιοικητικών θεσμών.
Ενώ εσείς, μέσα σε λίγες μόλις μέρες, χωρίς καν να ζητηθεί η συμβολή των έμπειρων υπηρεσιακών στελεχών του ΥΠΕΣ, κατόπιν πρόχειρης συζήτησης με την -ελεγχόμενη από εσάς- ηγεσία της ΚΕΔΕ, δεν εισηγείστε σήμερα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου της Τ.Α., αλλά μία πρόχειρη, αποσπασματική και κατάφωρα αντισυνταγματική αντιμεταρρύθμιση.
Πιστή στο παρωχημένο και αυταρχικό δημΑρχοκεντρικό μοντέλο διοίκησης των ΟΤΑ, η κυβέρνηση της Ν.Δ. σπεύδει να εξυπηρετήσει το, ελεγχόμενο από την ίδια, αυτοδιοικητικό κατεστημένο ανατρέποντας με τον πιο αντιδημοκρατικό τρόπο τους συσχετισμούς των συμβουλίων, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν από το ίδιο το εκλογικό σώμα.
Με ένα συμπίλημα κακότεχνων επεμβάσεων στις διατάξεις του «Κλεισθένη» και με την επίκληση δήθεν προβλημάτων που προκαλεί το νέο θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώνει την απλή αναλογική (που δεν έχει καν προλάβει να εφαρμοστεί στην πράξη!), καθυποτάσσετε τα συμβούλια (δηλαδή τα αποφασιστικά, βουλευόμενα όργανα των ΟΤΑ) στα μονοπρόσωπα εκτελεστικά όργανα, δηλαδή τον δήμαρχο και τον περιφερειάρχη.
Υπενθυμίζω ότι ο δήμαρχος ή ο περιφερειάρχης είναι εκτελεστικά όργανα των αποφάσεων των συμβουλίων και ασκούν μόνο τις αρμοδιότητες που τους απονέμονται ρητά από τον νόμο, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να φτάνουν μέχρι του σημείου να αναιρούν ή να θέτουν σε αμφισβήτηση τον αποφασιστικό ρόλο των συμβουλίων.
Κάτι τέτοιο θα αντέβαινε άλλωστε στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας που προβλέπει ότι το δικαίωμα της τοπικής αυτονομίας ασκείται από συμβούλια ή συνελεύσεις που αποτελούνται από μέλη εκλεγόμενα με ελεύθερη, μυστική, ίση, άμεση και καθολική ψηφοφορία.
Έτσι ορίζεται η αυτονομία των αποφασιστικών, βουλευόμενων οργάνων των ΟΤΑ, δηλαδή των συμβουλίων, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτονομία την οποία εσείς καταστρατηγείτε με τις συγκεκριμένες διατάξεις.
Σταχυολογώ τις πιο κρίσιμες από αυτές:
Άρθρο 1
Παραβιάζει την αρχή της ισότητας της ψήφου, διαμορφώνοντας όρους σύμπραξης παρατάξεων, κομμένους και ραμμένους στα μέτρα του δημάρχου / περιφερειάρχη.
Είναι αδιανόητο μάλιστα αυτό που προβλέπεται, να μην μπορεί δηλαδή να ανακληθεί η σύμπραξη. Ακόμα, δηλαδή, και αν η διαμορφωθείσα πλειοψηφία δεν τηρήσει ούτε κατ’ ελάχιστο τη συμφωνία, οι σύμβουλοι της παράταξης που επέλεξε να συνενωθεί με την παράταξη του δημάρχου / περιφερειάρχη, δεν θα μπορούν να ανακαλέσουν τη σύμπραξή τους.
Μια τέτοια πρόβλεψη αντίκειται ευθέως στη δημοκρατική αρχή.
Σας το λέει άλλωστε η ίδια η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής στην έκθεσή της επί του εν λόγω νομοσχεδίου (σελ. 9).
Άρθρο 2
Η πρόβλεψη ότι, σε κάθε περίπτωση, πλειοψηφία στις επιτροπές θα έχουν οι σύμβουλοι που ανήκουν στην παράταξη του δημάρχου, ουσιαστικά ακυρώνει τη βασική αρχή ότι οι επιτροπές εκλέγονται από τα συμβούλια.
Επικαλούμαι και πάλι την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής στην έκθεσή της επί του εν λόγω νομοσχεδίου (σελ. 12).
Άρθρο 5
Τέλος, η αυτοδιοικητική αντιμεταρρύθμιση της Νέας Δημοκρατίας ακυρώνει επί της ουσίας τις κοινότητες. Μετατρέπει τα τοπικά συμβούλια (τα οποία για πρώτη φορά εκλέχτηκαν με ξεχωριστή κάλπη και άρα έχουν βαρύνουσα δημοκρατική νομιμοποίηση) σε διακοσμητικά όργανα, δέσμια των αποφάσεων του δημάρχου.
Επιβάλλει ουσιαστικά τον ορισμό και όχι την εκλογή στη θέση των προέδρων των τοπικών συμβουλίων, περιφρονώντας τη νωπή εντολή του εκλογικού σώματος. Και καταργεί, και αυτό είναι το πλέον καθοριστικό, κάθε αποφασιστική αρμοδιότητα των κοινοτήτων. Να αποφασίζουν δηλαδή για την κατανομή, σε δράσεις και έργα, του ποσοστού των επενδυτικών πόρων που αναλογούν στην κοινότητα.
Αναιρεί δηλαδή η κυβέρνηση τις διατάξεις του «Κλεισθένη» για την ενδοδημοτική αποκέντρωση, που υπήρξαν αφορμή για την απελευθέρωση, στις πρόσφατες εκλογές, ζωντανών, αυτοδιοικητικών δυνάμενων στις τοπικές κοινωνίες.
Θέλω πραγματικά να δω πώς θα δικαιολογήσετε αυτή σας την πολιτική επιλογή στους δικούς σας αιρετούς στα χωριά και στις κωμοπόλεις σε όλη την Ελλάδα, που είδαν επιτέλους με τον «Κλεισθένη», μετά από πολλά χρόνια, να αποκτούν και πάλι φωνή, ρόλο και αρμοδιότητες και να ξεφεύγουν από τον σφιχτό εναγκαλισμό του δημάρχου.
Εν κατακλείδι, με τον «Κλεισθένη» εμείς επιδιώξαμε, μεταξύ άλλων, να ενισχυθεί η λαϊκή συμμετοχή, να ανοίξει η Αυτοδιοίκηση σε δυνάμεις που μέχρι τώρα ήταν αποκλεισμένες ή στο περιθώριο.
Στόχος μας είναι να διαμορφώσουμε μια πιο δημοκρατική και συμμετοχική Αυτοδιοίκηση, ικανή να αναζωογονήσει το ενδιαφέρον των πολιτών για τα κοινά. Μια Αυτοδιοίκηση που θα μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην παραγωγική και τη δημοκρατική αναγέννηση που έχει ανάγκη η χώρα μας.
Εσείς τι κάνετε σήμερα με τις διατάξεις που προτείνετε;
Επαναφέρετε το προηγούμενο προσωποκεντρικό μοντέλο διοίκησης και μαζί με αυτό όλες τις παθογένειες που το συνόδευαν: τις πελατειακές σχέσεις, την αδιαφάνεια, την αποθάρρυνση των πολιτών να συμμετέχουν στα κοινά.
Εν ολίγοις, αυτό που επιχειρείται σήμερα είναι μια παλαιοκομματική, συντηρητική, αντιδημοκρατική αντιμεταρρύθμιση, ένα μεγάλο πισωγύρισμα.
Εμείς θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για να μην γυρίσει πίσω η Αυτοδιοίκηση.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Η πρόκληση για την Αριστερά της Nέας Eποχής που ανοίγεται μπροστά μας


Η. Ζαβογιάννη, Χ. Κασίμης, Τ. Κορκολής, Λ. Λαμπριανίδης, Κερ. Ραυτοπούλου, Π. Σκευοφύλαξ, Κ. Στρατής, Ευ Φωτονιάτα


Τι πέτυχε η αριστερή διακυβέρνηση; Γιατί έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ; Ποια αντιπολίτευση θα είναι παραγωγική και ποια οφείλει να είναι η νέα πολιτική του τοποθέτηση; Ένα κείμενο θέσεων για την επόμενη μέρα της προοδευτικής παράταξης από 8 στελέχη-μέλη του ΣΥΡΙΖΑ.

Η Αριστερά σε θέση κυβερνητικής εξουσίας

Η χρεοκοπία του 2010, αποτέλεσμα χρόνιων εσωτερικών παθογενειών και στρεβλώσεων που άφησαν τη χώρα πλήρως εκτεθειμένη στους κλυδωνισμούς της παγκόσμιας κι ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά και οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν στη συνέχεια, προκάλεσαν βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης, αποσταθεροποιώντας και θέτοντας σε αμφισβήτηση τα τότε κόμματα εξουσίας κι ευρύτερα το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης.
Η Αριστερά άδραξε την ευκαιρία κι από το 2012 διεκδίκησε δυναμικά τη δυνατότητα άσκησης κυβερνητικής εξουσίας. Εκείνη την περίοδο στο επίκεντρο της πολιτικής διαμάχης και σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ των πολιτικών σχηματισμών, αλλά κι εντός αυτών, ήταν τα μνημόνια που συνόδευαν τις δανειακές συμβάσεις της Ελλάδας με τους δανειστές της. Η αποδοχή ή όχι των μνημονίων ήταν ένα κρυστάλλινο ερώτημα που διαπέρασε την ελληνική κοινωνία και δημιούργησε τις συνθήκες που επέτρεψαν στην Αριστερά να αναλάβει την κυβερνητική εξουσία τον Ιανουάριο του 2015, έπειτα από δύο αποτυχημένα Προγράμματα Προσαρμογής που προηγήθηκαν, αφενός γιατί οι πολίτες ήθελαν να τιμωρήσουν τα κόμματα που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία αφετέρου γιατί αποζητούσαν την προοπτική διεξόδου από το καθεστώς των μνημονίων και ό,τι αυτό συνεπαγόταν.
Μετά το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης του πρώτου εξαμήνου του 2015, αν κι αυτό υπήρξε πολύ κατώτερο των προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει στο κοινωνικό σώμα, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρήθηκε στην κυβερνητική εξουσία, με ανανεωμένη εντολή από τους πολίτες στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 να είναι αυτός που θα διαχειριστεί το τρίτο Πρόγραμμα Προσαρμογής, ώστε να είναι το τελευταίο, αλλά και να βάλει τις βάσεις για την αναμόρφωση της χώρας, ώστε να μη ξαναβρεθούμε στο σημείο που βρεθήκαμε το 2010.

Τα επιτεύγματα της αριστερής διακυβέρνησης

Η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ διαχειρίστηκε -τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό- ακραίες καταστάσεις και τις έφερε εις πέρας, σε γενικές γραμμές επιτυχώς, υλοποιώντας, πρώτιστα, τον κύριο στόχο, αυτόν του τερματισμού των Προγραμμάτων Προσαρμογής. Τα μεγάλα επιτεύγματα της αριστερής διακυβέρνησης είναι τα ακόλουθα:
  • Η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, η ρύθμιση του χρέους  και το αποθεματικό των 37 δισ. ευρώ στα κρατικά ταμεία που συνεπάγονται την ανάκτηση της δημοσιονομικής ασφάλειας και κυριαρχίας, με αυξημένους βαθμούς αυτονομίας για τη χώρα στη χάραξη και την άσκηση πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
  • Η μετάβαση από τη συσσωρευόμενη ύφεση και την υψηλή ανεργία στη σταθερή οικονομική ανάκαμψη και την ενίσχυση της απασχόλησης.
  • Η επίλυση του «μακεδονικού» προβλήματος με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία αναβάθμισε γεωπολιτικά την Ελλάδα, δημιουργώντας νέα δυναμική στην ευρύτερη περιοχή.
Επιπρόσθετα, την τετραετία 2015-2019 έλαβε χώρα μια σημαντική προσπάθεια ανασυγκρότησης του κοινωνικού κράτους. Στηρίχθηκαν συστηματικά τα πιο αδύναμα τμήματα της κοινωνίας και ο κόσμος της εργασίας. Ήταν η περίοδος κατά την οποία ψηφίστηκε σειρά νομοθετημάτων για την αναβάθμιση και την κατοχύρωση ανανεωμένων ατομικών δικαιωμάτων. Ρυθμίστηκε για πρώτη φορά το ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών. «Καθάρισε το τοπίο» στη διαχείριση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Αναπτυξιακού Νόμου. Διαμορφώθηκε ένα οικοσύστημα νέων χρηματοδοτικών εργαλείων. Μπήκαν οι βάσεις για τον ψηφιακό και τον ενεργειακό μετασχηματισμό της χώρας. Προχώρησαν τομές στο χωρικό σχεδιασμό, όπως το Εθνικό Κτηματολόγιο και οι Δασικοί Χάρτες. Άρθηκαν στρεβλώσεις στις αγορές υπηρεσιών και προϊόντων κλπ. Εκσυγχρονίστηκε το θεσμικό πλαίσιο και απλοποιήθηκαν οι διαδικασίες, όπως για το εταιρικό δίκαιο και την ίδρυση επιχειρήσεων. 

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου

Παρά τα επιτεύγματα αυτά, μετά το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου η διακυβέρνηση της χώρας επέστρεψε έπειτα από τεσσεράμισι χρόνια στη Δεξιά. Έχουν γραφεί πολλά και θα γραφούν ακόμα περισσότερα για τις αιτίες της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ: το συσσωρευμένο βάρος στους πολίτες από την εφαρμογή τριών μνημονίων, η διαδικασία συναισθηματικής αποφόρτισης μετά το δημοψήφισμα, οι εγγενείς αντιφάσεις της αναγκαίας για μια ορισμένη συγκυρία συμμαχίας με τους ΑΝΕΛ, το «καθεστωτικό ύφος», η «κυβερνητική αλαζονεία» και ο «διχαστικός λόγος», η απουσία ριζικών μεταρρυθμίσεων που θα άλλαζαν τη σχέση πολίτη - κράτους, διαπιστωμένες αδυναμίες στη διακυβέρνηση, ιδίως σε απλά ζητήματα καθημερινότητας των πολιτών, που δεν συζητήθηκαν επαρκώς και δεν αντιμετωπίστηκαν εγκαίρως κ.ά.
Πέρα όμως από όλα αυτά υπάρχει  μια πολύ σημαντική  αιτία που δεν αφορά μόνο την ήττα της Αριστεράς αλλά και την επιχείρηση παλινόρθωσης του παλαιού πολιτικού συστήματος. Αυτή είναι η αδυναμία ανάδειξης από τον ΣΥΡΙΖΑ ενός συνολικού συνεκτικού αφηγήματος για  το μέλλον της χώρας, το οποίο θα μπορούσε να υπερισχύσει απέναντι στην εχθρική στάση της πλειοψηφίας των ΜΜΕ, την υποκρισία της Νέας Δημοκρατίας στο «μακεδονικό» και, κυρίως, απέναντι στο δεξιό λαϊκισμό και τις υποσχέσεις της ΝΔ για μεγάλες φοροελαφρύνσεις, επενδυτική «έκρηξη» με όχημα τις κατασκευές (βλ. Ελληνικό) και υψηλότατους ρυθμούς μεγέθυνσης. Παρά το γεγονός ότι για πρώτη φορά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική για τη χώρα, την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική, την οποία μάλιστα διαπραγματεύτηκε επιτυχώς και με τους δανειστές, ούτε το κείμενο αυτό αλλά ούτε και κάποιο άλλο αποτέλεσαν τη βάση για το πρόγραμμα της επόμενης τετραετίας με ορίζοντα την επόμενη δεκαετία.
Η Αριστερά κατέκτησε τη δυνατότητα να ασκήσει κυβερνητική εξουσία αρχικά επειδή απάντησε καθαρά στο ερώτημα για τα μνημόνια και στη συνέχεια ως η μόνη πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα στην επιτυχή ολοκλήρωση των Προγραμμάτων Προσαρμογής, όπως και πράγματι το κατάφερε. Εντούτοις,  έχασε την κυβέρνηση καθώς δεν ενέπνευσε την κοινωνία για τη μεταμνημονιακή εποχή -τις προϋποθέσεις της οποίας η ίδια η Αριστερά δημιούργησε- και κυρίως γιατί δεν απάντησε πειστικά στο πώς θα επιτύχει τη ριζική αναμόρφωση της χώρας και τη μετάβαση από την οικονομική ανάκαμψη σε ένα νέο επίπεδο συλλογικής ευημερίας.

Ποια αντιπολίτευση;

Όμως όλα αυτά είναι πλέον παρελθόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις εκλογές αλλά ταυτόχρονα υπερψηφίστηκε από το 32% σχεδόν των πολιτών, από όλες εκείνες κι εκείνους που αναγνώρισαν τα όσα έγιναν την προηγούμενη τετραετία κι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι «γίνεται κι αλλιώς» κι ότι το μείγμα του «χωρίς όρια» νεοφιλελευθερισμού, του κοινωνικού συντηρητισμού και της καταστολής που πρεσβεύει η ΝΔ δεν μπορεί να αποτελέσει απάντηση για το μέλλον της χώρας. Η απάντηση που θα δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ στο ερώτημα με ποιο τρόπο θα κινηθεί ως αξιωματική αντιπολίτευση, θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το πλαίσιο, την ουσία και το περιεχόμενο της πολιτικής αντιπαράθεσης των επόμενων ετών, ενισχύοντας ή αποδυναμώνοντας τις προοπτικές επανόδου στην κυβερνητική εξουσία. Συγκεκριμένα, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να διαχειριστεί την εκλογική και κοινοβουλευτική του δύναμη με δύο διαφορετικούς μεταξύ τους τρόπους κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το δίλημμα της τρέχουσας συγκυρίας.
Ο ένας τρόπος είναι να πολιτευτεί όπως κάθε μεγάλο κόμμα της μεταπολίτευσης όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Δηλαδή να αρκεστεί σε μία στείρα, αρνητική αντιπολίτευση, η οποία δεν έχει προτάσεις αλλά μόνο καταστροφολογικές κραυγές κι αψιθυμία, όπως έκανε η ΝΔ όλο το προηγούμενο διάστημα. Ταυτόχρονα να υφαίνει ένα δίκτυο μικρών και μεγάλων «εξυπηρετήσεων» απέναντι σε μικρά και μεγάλα συμφέροντα, αναμένοντας την πτώση της κυβέρνησης και την εκ νέου ανάληψη της εξουσίας, με όλη την ενέργεια να δαπανάται στη διαμόρφωση των νέων μικρο-πολιτικών ισορροπιών. Αυτή είναι μια εκδοχή νέας «κανονικότητας», η οποία θα συνδεόταν και με την πραγματική «πασοκοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ, οδηγώντας με βεβαιότητα στη συρρίκνωση της πολιτικής κι εκλογικής επιρροής του.
Ο άλλος τρόπος, όμως, είναι η επιστροφή της Αριστεράς στην αντιπολίτευση να αποτελέσει την ευκαιρία να αναδιαμορφώσει την ταυτότητά της με σύγχρονους όρους και να καταθέσει ένα μακροχρόνιο σχέδιο για τη χώρα, την οικονομία και την κοινωνία, διεκδικώντας να επανέλθει στην κυβερνητική εξουσία με «θετικό» τρόπο. Να ασκήσει δηλαδή αντιπολίτευση ως δυνάμει προοδευτική κυβέρνηση, με βάση ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο που δεν θα εξαντλείται σε γενικόλογα αναθέματα απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό και τη λιτότητα. Το πολιτικό αυτό σχέδιο, του οποίου οι βάσεις ήδη υπάρχουν στα θετικά πεπραγμένα της κυβερνητικής εμπειρίας, μπορεί να εμπλουτιστεί και να εξειδικευθεί, ώστε να παράγει μια αντιπολιτευτική πρακτική που θα εκλαμβάνει κάθε ζήτημα της καθημερινότητας ως ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει συγκεκριμένα, πειστικά και ρεαλιστικά στο «τι θα έκανε η Αριστερά γι’ αυτό αν ήταν κυβέρνηση». Δηλαδή, να ακολουθήσει μια πολιτική που θα βασίζεται περισσότερο στα «policies» πλέον και όχι στα «politics» με την εκφυλισμένη και κακώς εννοούμενη εκδοχή τους.
Η πολιτική με την πραγματική της έννοια, τόσο εντός ενός κόμματος ή ενός ευρύτερου χώρου όσο και στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού, οφείλει να συνδέεται οργανικά με τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων πολιτικών που αποτελούν τις αιχμές πάνω στις οποίες επιδιώκεται η συγκρότηση της απαιτούμενης κοινωνικής συναίνεσης για την επίτευξη της πολιτικής ηγεμονίας. Άρα, σύμφωνα με τον «θετικό» τρόπο άσκησης αντιπολίτευσης με ορίζοντα την ανάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας, στόχος για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να εκφράσει πολιτικά τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία μέσα από την προωθητική διασύνδεση της πολιτικής του με συγκεκριμένες, επεξεργασμένες, μετρημένες, κοστολογημένες πολιτικές, που αποτελούν τις προοδευτικές απαντήσεις στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής, μακριά από το λαϊκισμό, τις μεγαλόστομες ρητορείες, τις ανέξοδες και γενικόλογες υποσχέσεις, τις μικροπολιτικές ή και παραπολιτικές τακτικές. Και αυτό ακόμα κι αν χρειαστεί να έρθει σε αντιπαράθεση με αντιλήψεις και συμπεριφορές εντός κι εκτός του κόμματος.

Με ποιο κόμμα;

Ο προγραμματικός πολιτικός λόγος και η επιστημονικά τεκμηριωμένη πολιτική πρόταση είναι ιστορικά προς το συμφέρον της Αριστεράς, η οποία, για να υπερασπιστεί την κοινωνία και τη δημοκρατία, έχει την ευθύνη να «εκπαιδεύσει» μέσα από τις δικές της παρεμβάσεις το κοινωνικό σώμα αλλά και να «εκπαιδευτεί» η ίδια από τις προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις. Όπως, όμως, συχνά συμβαίνει σε κρίσιμες στιγμές, το καίριο ερώτημα της συγκυρίας «με ποιο πολιτικό σχέδιο ως αντιπολίτευση σήμερα για προοδευτική διακυβέρνηση αύριο;» τείνει να κρυφτεί πίσω από ένα γενικόλογο ερώτημα «τι κόμμα;». Ερώτημα κρίσιμο και αυτό, που όμως υποβαθμίζεται σε «τεχνικό» και «άνευρο», αν δεν υπηρετεί έναν πρωταρχικό πολιτικό στόχο. Ερώτημα που αν δεν τεθεί στις ορθές του βάσεις και αν δεν συνδεθεί ουσιαστικά με ένα πολιτικό σχέδιο σαν και αυτό που περιγράψαμε παραπάνω, θα εκφυλιστεί σε μια ακόμα διαδικασία αντιπαράθεσης εσωτερικών ανταγωνιστικών τάσεων, όπως έχουμε ζήσει πολλές φορές στο παρελθόν.
Δηλαδή, αντί να συζητάμε αποκλειστικά και μόνο τις τεχνο-οργανωτικές λεπτομέρειες της «διεύρυνσης», που όλοι συμφωνούμε ότι είναι αναγκαία και ευπρόσδεκτη, αυτό που θα έπρεπε να συζητάμε σε προτεραιότητα είναι το πολιτικό της περιεχόμενο, ποια θα είναι η τεκμηριωμένη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση του αύριο και ποια η στοχευμένη καμπάνια που θα κάνει, ώστε να ανακτήσει την πρωτοβουλία στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας, επικεντρώνοντας στα μεγάλα ζητήματα που μπορούν να καταστούν προνομιακά για την Αριστερά στη νέα εποχή που ανοίγεται μπροστά μας:
  • Βαθύς μετασχηματισμός της παραγωγικής βάσης της χώρας στα χνάρια των προηγμένων οικονομιών της γνώσης και στα ζητούμενα της επείγουσας κλιματικής κρίσης, της υπαρκτής δημογραφικής παρακμής και των προκλήσεων της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, με στόχο όχι απλώς τη μεγέθυνση αλλά την πραγματική αναπτυξιακή αναβάθμιση της οικονομίας σε αειφόρο και βιώσιμη βάση (προτεραιότητα στην εξωστρέφεια, την καινοτομία και το υψηλά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, ψηφιακός και ενεργειακός μετασχηματισμός της οικονομίας, μετάβαση στην κυκλική οικονομία κλπ).
  • Ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Εμβάθυνση του κοινωνικού κράτους. Καταπολέμηση των ανισοτήτων κι άρση των αποκλεισμών που πρεσβεύουν το νεοφιλελεύθερο και το ακροδεξιό μοντέλο ανάπτυξης.
  • Ριζική μεταρρύθμιση του κράτους, ώστε να γίνει κοινωνικά ανταποδοτικό, αποτελεσματικό και φιλικό για τον πολίτη. Μετάβαση από το πελατειακό κράτος του παρελθόντος, από τα δίκτυα επιρροής και την προνομιακή πρόσβαση λίγων σε αυτά, σε ένα ευνομούμενο κράτος δικαίου, που θα διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες και δίκαιη μεταχείριση για όλους.
  • Διασφάλιση των δημόσιων αγαθών. Διεύρυνση των δικαιωμάτων. Ενίσχυση της δημοκρατίας και της λαϊκής αντιπροσώπευσης.
  • Στρατηγική αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.
Το ολοκληρωμένο και συνεκτικό πολιτικό αφήγημα, η προτεραιοποίηση των στρατηγικών στόχων, το πρόγραμμα και η τεκμηρίωση  των πολιτικών. Η δημιουργία συντονισμένων δράσεων βάσης και ηγεσίας, προκειμένου όλα αυτά να αναδειχτούν και να αποτελέσουν αντικείμενο διαβούλευσης στη δημόσια σφαίρα. Μια καλά οργανωμένη καμπάνια με χρήση των εργαλείων της σύγχρονης τεχνολογίας και επικοινωνίας, που θα την καθιστούν ελκυστική για τις νεότερες γενιές, τα δυναμικά κοινά και τις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να απευθυνθεί και σε νέα ακροατήρια, να προσεγγίσει νέους φίλους και να εγγράψει νέα μέλη, που θα αποκτήσουν οργανική σχέση μαζί του και δεν θα παίζουν το ρόλο του βολικού «σκηνικού» σε ένα σόου για τα ΜΜΕ, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν σε κινητοποιήσεις ποσοτικής διεύρυνσης, αλλά εν τέλει όχι ποιοτικής εμβάθυνσης, που έχουν επιχειρήσει και το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ.
Αν το Σεπτέμβριο δεν ξεκινήσει μια δυναμική πορεία πραγματικής και όχι απλά επικοινωνιακής ανασύνταξης, παρότι ο στόχος της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε στις εκλογές, είναι ορατός ο κίνδυνος η εκλογική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας να διατηρηθεί μέσα στο επόμενο διάστημα. Αντίθετα, οι νέοι φίλοι και μέλη που θα προκύψουν από μια διαδικασία ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου, όπως αυτή που περιγράφηκε παραπάνω, θα εδραιώσουν σε στέρεες βάσεις τη νέα ηγεμονική πολιτική τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να ανακτηθεί για την Αριστερά και τις προοδευτικές δυνάμεις η πρωτοβουλία σε πολιτικό επίπεδο.
Ηρώ Ζαβογιάννη, πολιτικός επιστήμονας, μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ
Χαράλαμπος Κασίμης, τ. γενικός γραµµατέας Αγροτικής Πολιτικής & Διαχείρισης Κοινοτικών Πόρων
Τάκης Κορκολής, τ. γενικός γραµµατέας Δηµοσίων Επενδύσεων ΕΣΠΑ
Λόης Λαμπριανίδης, τ. γενικός γραμματέας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων
Κερασίνα Ραυτοπούλου, σύµβουλος Διοίκησης Εθνικής Τράπεζας
Παναγιώτης Σκευοφύλαξ, σύµβουλος Πολιτικής, Στρατηγικής κι Επικοινωνίας
Κώστας Στρατής, τ. υφυπουργός Πολιτισµού
Ευγενία Φωτονιάτα, τ. ειδική γραµµατέας ΕΣΠΑ

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

Τα ψέματα της ΝΔ για τη ΔΕΗ!

Γιάννης Αγουρίδης

Η απαξίωση από τον Κωστή Χατζηδάκη και η πώληση του δικτύου διανομής! - Διαρρέεται ότι θα αναζητηθεί στρατηγικός επενδυτής για τον ΔΕΔΔΗΕ. Τι σημαίνει αυτό για τη ΔΕΗ ; Θα χάσει το πολυτιμότερο περιουσιακό της στοιχείο, το Δίκτυο, το οποίο αφενός τής αποφέρει κέρδη (EBITDA) 350 εκατ. τον χρόνο, αφετέρου έχει τεράστιες προοπτικές νέων εσόδων και κερδών 

Ένα από τα πρώτα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε η νέα κυβέρνηση (πριν αναλάβει) είναι η συνεχής απαξίωση της ΔΕΗ, ενώ τις τελευταίες ημέρες και μετά την ανάληψη της ηγεσίας του υπουργείου Ενέργειας από τον κ. Κωστή Χατζηδάκη η στρατηγική αυτή ξεδιπλώνεται. Ο ίδιος ο υπουργός έχει επιδοθεί σε ένα «μπαράζ» τηλεοπτικών εμφανίσεων, εξηγώντας πόσο άσχημα είναι τα πράγματα για τη ΔΕΗ και συνεπώς πρέπει να υπάρξει λύση.
Η αντιστοίχιση με την περίπτωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας είναι πέρα από προφανής, με μια μερίδα της κοινωνίας να είναι έτοιμη να δεχτεί, αν όχι να επιζητήσει, από τη νέα κυβέρνηση λύσεις εδώ και τώρα. Άλλωστε, ο κ. Χατζηδάκης παλεύει, κατά δήλωσή του, να σώσει τη δημόσια επιχείρηση από τη χρεοκοπία. Η χρήση τέτοιων φορτισμένων λέξεων, ακόμη και αν δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα όπως θα φανεί παρακάτω, οδηγεί μέρος των πολιτών να είναι έτοιμοι να αποδεχτούν και την προαναγγελθείσα πώληση των δικτύων διανομής ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ, αλλά και την εξαΰλωση της μείωσης του ΦΠΑ στην ενέργεια από το 13% στο 6%.
Επίσης, η κυβέρνηση φαίνεται να σχεδιάζει σε επόμενο στάδιο την εκχώρηση «πακέτων» με λιγνιτικές και υδροηλεκτρικές μονάδες, κάτι το οποία αποτελεί πάγια επιδίωξη συγκεκριμένων εγχώριων συμφερόντων.
Ακόμη και αν συμβεί κάτι τέτοιο, οι ειδικοί της αγοράς ενέργειας αναφέρουν πως οι ενδιαφερόμενοι θα είναι κατά πάσα πιθανότητα οι εγχώριοι επενδυτές, με συνέπεια τα όποιο τίμημα να είναι μηδαμινό.
Επίσης διαρρέεται ότι θα αναζητηθεί στρατηγικός επενδυτής για τον ΔΕΔΔΗΕ. Τι σημαίνει αυτό για τη ΔΕΗ; Θα χάσει το πολυτιμότερο περιουσιακό της στοιχείο, το Δίκτυο, το οποίο αφενός τής αποφέρει κέρδη (EBITDA) 350 εκατ. τον χρόνο, αφετέρου έχει τεράστιες προοπτικές νέων εσόδων και κερδών λόγω των έξυπνων μετρητών και της επερχόμενης τεχνολογίας 5 G, που είναι το μέλλον των τηλεπικοινωνιών και της μετάδοσης δεδομένων.
Πόσες είναι οι ζημιές τελικά
Αλλά ας επιστρέψουμε στο βασικό ζήτημα. Βρίσκεται ή όχι κοντά στη χρεοκοπία η ΔΕΗ; Και τελικά, από ποιον ωφελήθηκε πιο πολύ τόσο η ίδια όσο και οι καταναλωτές: Από τη διακυβέρνηση Σαμαρά ή από την πολιτική που ακολούθησε κατόπιν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και θέλει να ανατρέψει σήμερα επί τα χείρω η κυβέρνηση Μητσοτάκη;
Πολλές φορές ακούστηκε στον δημόσιο διάλογο πως η ΔΕΗ το 2014 είχε κέρδη 90 εκατ. ευρώ και το 2018 είχε ζημιές 900 εκατ. ευρώ.
Το 2014 η ΔΕΗ (όμιλος) είχε κέρδη 91 εκατ. ευρώ. Το 2013 είχε ζημιές 225 εκατ. ευρώ (χωρίς κάποια εφάπαξ επιβάρυνση που είχε τότε θα είχε κέρδη 3 εκατ. ευρώ).
Από τα 91 εκατ. ευρώ κέρδη, τα 70 εκατ. ευρώ προέρχονταν από τον ΑΔΜΗΕ (τότε 100% θυγατρική της ΔΕΗ). Άρα χωρίς τον ΑΔΜΗΕ τα κέρδη θα ήταν 21 εκατ. ευρώ (το 2013 χωρίς τον ΑΔΜΗΕ ο όμιλος ΔΕΗ θα είχε ζημιές 281 εκατ. ευρώ και χωρίς την εφάπαξ επιβάρυνση ζημιές 53 εκατ. ευρώ).
Το 2018 χωρίς τις εφάπαξ επιπτώσεις οι ζημιές θα ήταν 356 εκατ. ευρώ. Αυτό κατατέθηκε επίσημα στη Γενική Συνέλευση της ΔΕΗ. Τα «περίφημα» 900 εκατ. ευρώ περιλαμβάνουν τη (λογιστική) απομείωση της αξίας ύψους 243 εκατ. ευρώ των υπό αποεπένδυση σταθμών Μελίτης και Μεγαλόπολης, καθώς και εφάπαξ επιπτώσεις από προβλέψεις αποζημιώσεων προσωπικού (164 εκατ. ευρώ) και τόκων υπερημερίας €109 εκατ., οι οποίοι ωστόσοσ αμφισβητούνται δικαστικά κ.λπ.
Καμία μετακύλιση κόστους στον καταναλωτή
Σημειώνεται ότι μέχρι και το 1ο εξάμηνο του 2018 η ΔΕΗ ήταν κερδοφόρα. Οι ζημιές εμφανίστηκαν μετά το 2ο εξάμηνο του 2018 και συνεχίστηκαν το 1ο 3μηνο του 2019 λόγω ραγδαίας αύξησης των τιμών των δικαιωμάτων διοξειδίου του άνθρακα (CO2), αύξησης της τιμής του φυσικού αερίου, αύξησης της ζημιάς λόγω ΝΟΜΕ, αύξησης των εισαγωγών και μείωσης της υδροηλεκτρικής παραγωγής λόγω κακής υδραυλικής χρονιάς. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επιπτώσεις αυτές δεν μετακυλίσθηκαν στον καταναλωτή!

Η αξία της επιχείρησης στο Χρηματιστήριο
Η επόμενη ανακρίβεια της Ν.Δ. έχει να κάνει με τη χρηματιστηριακή αξία της ΔΕΗ. Η μετοχή της ΔΕΗ και αντίστοιχα η κεφαλαιοποίησή της (χρηματιστηριακή αξία) από το 2015 μειώθηκε κατά 90%, ενώ με την άνοδο της Ν.Δ. στην εξουσία η μετοχή της ΔΕΗ αυξήθηκε κατά 60%, ανέφεραν από την κυβέρνηση.
Στις 23.1.2015 η χρηματιστηριακή αξία της ΔΕΗ, στην οποία τότε ανήκε και ο ΑΔΜΗΕ, ήταν 1,3 δισ. ευρώ, δηλαδή τιμή μετοχής 5,6 ευρώ, με το δείκτη εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης στις 2.539 μονάδες. Την εβδομάδα προ των εκλογών η τιμή των μετοχών ΔΕΗ και ΑΔΜΗΕ αθροιστικά κυμαινόταν στα 4,7 ευρώ δηλαδή χρηματιστηριακή αξία της τάξης του 1,1 δισ.!, με τον δείκτη εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης στις 2.152 μονάδες. Άρα τα περί μείωσης κατά 90% δεν έχουν καμία βάση.
Στις 24.5.2019 (πριν τις Ευρωεκλογές) η τιμή της μετοχής της ΔΕΗ ήταν 1,46 ευρώ. Στις 28.6 ήταν 1,89 ευρώ, αφού προηγουμένως (στις 10.6 είχε φτάσει στα 2,16 ευρώ). Τη βδομάδα πριν τις εκλογές είχε ανοδική πορεία και έφθασε τα 2,47 ευρώ στις 5.7. Στις 16.7 ξανάπεσε στα 2,08 ευρώ. Άρα τα περί ανόδου 60% δεν έχουν καμία βάση.
Μειώθηκε η τιμή ρεύματος το 2018!
Από εκεί και πέρα, πολύς λόγος έγινε και για την αύξηση της τιμής πώλησης του ηλεκτρικού ρεύματος, κάτι το οποίο δεν ισχύει, καθότι μεταξύ 2011 και 2014 υπήρξε αύξηση 118,40 (2014) -80,45 (2011) = 37,95 ευρώ / MW ή 47,1%.
Το 2018 η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ ήταν 84,4 ευρώ / MW, μειωμένη κατά 8,7 ευρώ / MW ή 9,34% σε σχέση με το 2014. Η τιμή αυτή είναι μέση τιμή και αφορά στο σύνολο των πελατών της ΔΕΗ. Για τους συνεπείς πελάτες η μείωση είναι 15%, ενώ για τους μη συνεπείς δεν υπήρξε μείωση.
Η αλήθεια για τη Μικρή ΔΕΗ και τα ΝΟΜΕ
Η Ν.Δ. έχει υποστηρίξει μέχρις εσχάτων τη λύση της Μικρής ΔΕΗ (επί Σαμαρά), οπότε θα είχαν λυθεί τα προβλήματα της αγοράς και η ΔΕΗ θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση σήμερα. Τότε λεγόταν πως η ΔΕΗ θα είχε εισπράξει ένα ποσό έως 2,5 δισ. ευρώ, με το συνολικό όφελος να φτάνει μέχρι και 4 δισ. από τις επενδύσεις του αγοραστή της Μικρής ΔΕΗ. Επιπλέον η ΔΕΗ θα είχε αποφύγει τα ΝΟΜΕ. Τα παραπάνω λέγονταν τότε και... τώρα. Είναι όμως έτσι;
Η Μικρή ΔΕΗ περιελάμβανε πάγια (σταθμούς και ορυχεία) λογιστικής (τότε) αξίας 1,53 δισ. ευρώ Είναι γεγονός ότι ο νόμος προέβλεπε ελάχιστη τιμή πώλησης αυτή της λογιστικής αξίας των παγίων. Ωστόσο αυτό είναι τουλάχιστον αμφισβητήσιμο. Το 2014 το μέρος των κερδών προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) της ΔΕΗ που αντιστοιχούσε στη Μικρή ΔΕΗ δεν ξεπερνούσε τα 150 εκατ. ευρώ. Είναι γνωστό ότι οι αγορές αυτού του είδους γίνονται σε ύψος το πολύ πέντε φορές των EBITDA, που αντιστοιχεί σε 750 εκατ. ευρώ. Μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη το ρίσκο της χώρας μας το 2014 η προσφορά θα μπορούσε να είναι ακόμη μικρότερη.
Πέραν αυτών, στη Μικρή ΔΕΗ δεν μεταβιβάζονταν τα αναλογούντα δάνεια, τα οποία έμεναν στην υπόλοιπη ΔΕΗ. Δηλαδή η υπόλοιπη ΔΕΗ, που ήταν το 70% της αρχικής, θα είχε το 100% των δανείων, ύψους περίπου 5 δισ, με αντίστοιχη κατά 30% των δανείων (1,5 δισ.) απομείωση της αξίας της! Για να μη γίνει αυτό, θα έπρεπε να μεταβιβαστεί στη Μικρή ΔΕΗ το 30% των δανείων, δηλαδή 1,5 δισ. περίπου, όση και η λογιστική της αξία. Αλλά τότε τι τίμημα θα ανεμένετο;
Επίσης, στη Μικρή ΔΕΗ περιλαμβάνονταν υδροηλεκτρικά, τα οποία αποφέρουν σήμερα ετήσια κέρδη πλέον των 80-90 εκατ. ευρώ πολύ περισσότερα από το 2014 λόγω χαμηλής τότε οριακής τιμής.
Οι επενδύσεις που αναφέρονται αφορούν στην κατασκευή της δεύτερης Μονάδας της Μελίτης. Με τις μετά το 2014 ραγδαίες εξελίξεις σε ό,τι αφορά στον λιγνίτη, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί (το αντίθετο μάλιστα) ότι κάποιος ιδιώτης θα αποφάσιζε να κατασκευάσει λιγνιτική μονάδα. Επίσης, καμία δυτική τράπεζα δεν χορηγεί δάνεια για τέτοιες επενδύσεις!
Άλλωστε, με τη Μικρή ΔΕΗ προβλεπόταν η μεταφορά του 30%, πελατών από τη ΔΕΗ, υποχρεωτικά για έξι μήνες, κάτι το οποίο αναμενόταν να προσκρούσει στο ελληνικό σύνταγμα!
Και φτάνουμε στα ΝΟΜΕ, τα οποία πράγματι είναι ένας μηχανισμός εξαιρετικά επιζήμιος για τη ΔΕΗ. Αξίζει να σημειωθεί ότι είχαν εισαχθεί από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας το 2013, αλλά δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή. Η τότε Διοίκηση της ΔΕΗ, με δημόσιες τοποθετήσεις της, κατά τον Δεκέμβριο του 2014, εξέφραζε την έντονη ανησυχία της για το ενδεχόμενο να συνυπάρξει η Μικρή ΔΕΗ με τα ΝΟΜΕ! Καμία διασφάλιση για το αντίθετο δεν υπήρχε, εκτός από δήθεν προφορικές υποσχέσεις από των θεσμών ότι αν επιτύγχανε η Μικρή ΔΕΗ, θα σταματούσαν τα ΝΟΜΕ.
Και το καλύτερο, όπως πάντα, θα ερχόταν στο τέλος, αφού το όλο σχέδιο θα ολοκληρωνόταν με την εκχώρηση της υπόλοιπης απαξιωμένης ΔΕΗ σε στρατηγικό επενδυτή! Η ζημιά για τη ΔΕΗ θα ήταν πολύ μεγάλη...
Τι έγινε από το 2015 μέχρι σήμερα
Από εκεί και πέρα, αξίζει να σημειωθεί ότι από το 2015 μέχρι και σήμερα η ΔΕΗ μείωσε τον δανεισμό της κατά 1 δισ. ευρώ, από τα 4,7δισ. ευρώ στα 3,7 δισ. ευρώ, ενώ πραγματοποίησε επενδύσεις 1,3 δισ. ευρώ και κατέβαλε φόρους στο κράτος ύψους 1,5 δισ. ευρώ
Επιπλέον:
* Κάλυψε τα ελλείμματα του Ειδικού Λογαριασμού των ΑΠΕ (με νόμο του 2016 που τον ψήφισε και η Ν.Δ.) με δική της επιβάρυνση 480 εκατ.
* Κατέβαλε 126 εκατ. το 2017, παλιά χρωστούμενα από την πολύκροτη υπόθεση Energa και Hellas Power.
* Στήριξε την ελληνική βιομηχανία με κόστος πλέον των 500 εκατ. και την αγροτική παραγωγή με κόστος πλέον των 120 εκατ.
* Διασφάλισε την ομαλή τροφοδοσία της χώρας στην ενεργειακή κρίση του 2017 με κόστος 70 εκατ.
* Κατέβαλε στους ιδιώτες παραγωγούς 73 εκατ. στο πλαίσιο του λεγόμενου μηχανισμού ευελιξίας, δήθεν για να αντιμετωπίζεται η απρόβλεπτη παραγωγή των αιολικών και των φωτοβολταϊκών.
* Και βέβαια επιβαρύνθηκε από τα ΝΟΜΕ και τον τρόπο εφαρμογής τους, απόρροια κατά βάση των απαιτήσεων των δανειστών και κυρίως της Ε.Ε., με ποσό 401 εκατ.
Ασθενής μνήμη Χατζηδάκη και κομματισμός!
Ασθενή μνήμη φαίνεται πως έχει ο νέος υπουργός Ενέργειας, καθότι φαίνεται να μη θυμάται ότι το 34,12% της ΔΕΗ έχει περάσει στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (άλλο ένα 17% έχει το ΤΑΙΠΕΔ), που έχει επικρατήσει να αποκαλείται Υπερταμείο. Κι αυτό διότι ο κ. Χατζηδάκης είχε αναφέρει ότι θα έχει αλλάξει η διοίκηση της ΔΕΗ μέχρι την προηγούμενη Παρασκευή, κάτι το οποίο αναίρεσε προχθές, κάνοντας λόγο για πέρασμα του 34% της επιχείρησης στο Υπερταμείο. Προφανώς, στην «πρεμούρα» του να... τρέξει το project της ΔΕΗ, στράφηκε στους παλαιοκοματικούς τρόπους ορισμού των διοικήσεων σε ΔΕΚΟ, όπου ο υπουργός αποφάσιζε για το ποιος θα αναλάβει σε κάθε επιχείρηση. Πλέον, υπάρχει μια διαδικασία, η οποία προβλέπει και την εξέταση υποψηφίων από το πενταμελές (δύο μέλη ορίζουν οι θεσμοί τρία μέλη η ελληνική κυβέρνηση) Συμβούλιο Διοίκησης της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο, «όλα τα μέλη του Δ.Σ. των ως άνω εταιρειών (σ.σ.: ΔΕΚΟ που πέρασαν στο Υπερταμείο) επιλέγονται από Επιτροπή Επιλογής επί τη βάσει επαγγελματικών κριτηρίων, κατάλληλων για την εκπλήρωση των σκοπών καθεμιάς εξ αυτών...», ενώ μόνο ένα μέλος του Δ.Σ. προτείνεται προς εκλογή από τον υπουργό Οικονομικών.


Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Το νεοφιλελεύθερο κλαμπ των ηλιθίων

Γιώργος Τσιρίδης

Όταν η Μάργκαρετ Θάτσερ αναλάμβανε τα ηνία του Συντηρητικού Κόμματος στη Βρετανία το 1975, λίγοι θα μπορούσαν να διανοηθούν τη μετεξέλιξη του ίδιου του κόμματος των Τόρις αλλά και του παγκόσμιου καπιταλισμού συνολικά.


Η διάσημη ρήση της το 1987 πως «δεν υπάρχουν κοινωνίες, μόνο άτομα και οικογένειες» αποτέλεσε πυλώνα της νεοφιλελεύθερης σκέψης. Τα σαράντα χρόνια του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού που ακολούθησαν δεν ρύθμισαν απλά και μόνο την παραγωγική βάση στην οποία στηρίχθηκε το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Άφησαν σταδιακά και αυξανόμενα το στίγμα τους στις καταναλωτικές συνήθειες, στην αισθητική μας, στις συμπεριφορές μας. Υπαγόρευσαν για χρόνια το πρότυπο της «επιτυχίας» και περιέγραψαν φαντασιακά την ίδια την «ευτυχία». Με άλλα λόγια, σμίλεψαν τον Δυτικό άνθρωπο του τρέχοντος αιώνα.
Με άλλα λόγια, οι διαδικασίες στο εποικοδόμημα, για να το δούμε από μαρξιστική σκοπιά, μόνο αδιάφορους δεν θα έπρεπε να μας αφήνουν. Αντίστοιχα, οι διεργασίες στα συντηρητικά κόμματα δεν αφορούν μόνο τους ψηφοφόρους και υποστηρικτές τους. Ο Μπόρις Τζόνσον, ο «Bojo» των Βρετανών, έχει περιγραφεί ως ένας «Τραμπ με καλύτερο λεξιλόγιο» (like Donald Trump with a thesaurus) [1]. Πρόκειται για την τελευταία εμφάνιση μιας μάλλον φαιδρής προσωπικότητας στην ηγεσία ενός μεγάλου συντηρητικού κόμματος και ταυτόχρονα μια ακόμη εκδήλωση ενός παγκόσμιου πλέον μοτίβου: Ένας πλούσιος, Δυτικός λευκός άνδρας, με έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά και αντισυστημικό προφίλ χρησιμοποιεί συστηματικά τα φέικ νιουζ και τον αναδυόμενο εθνικισμό για να καταλάβει την εξουσία. Στην περίπτωση του Ντ. Τραμπ χωρίς την ψήφο των περισσότερων Αμερικανών και στην περίπτωση του Τζόνσον χωρίς καν γενικές εκλογές.
Μια προφανής εξήγηση μπροστά στο επαναλαμβανόμενο φαινόμενο της ανάδυσης αμφιλεγόμενων φυσιογνωμιών στις οποίες εναποτίθεται η ισχύς ολόκληρων εθνών είναι πως αυτοί εξυπηρετούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Ωστόσο, παραμένουν εύλογα ερωτήματα:  Πρώτον, «δεν διαθέτει η άρχουσα τάξη ικανότερους εκπροσώπους;». Δεύτερον, «πώς οι πολίτες ανέχονται ή και στηρίζουν ηγέτες τέτοιας κοπής;».
Η άρχουσα τάξη φυσικά και διαθέτει ικανούς εκπροσώπους: μορφωμένους τεχνοκράτες, στελέχη πολυεθνικών επιχειρήσεων ή οργανισμών, νεοφιλελεύθερους τραπεζίτες ή ζάμπλουτους επιχειρηματίες, έμπειρους πολιτικούς, προσωπικότητες που εν γένει δεν θα είχαν καμία τύχη στη διεκδίκηση της ψήφου των σύγχρονων κοινωνιών. Το πιθανότερο είναι πως οι ικανότεροι εκ των ελίτ θα φάνταζαν αποκρουστικοί στις μάζες στις οποίες θα απευθύνονταν, στις ίδιες μάζες που, παραμορφωμένες από τα χρόνια νεοφιλελεύθερων πολιτικών, πασχίζουν να βρουν πολιτική ταυτότητα και να εκφραστούν όχι πια συλλογικά αλλά καθαρά προσωπικά. Όχι με κάποιο ιδεολογικό ή ταξικό πρόσημο, αλλά με βάση το σταρ σίστεμ, την αναγνωρισιμότητα.
Μία μείξη εθνικισμού και συνωμοσιολογίας κάνει ξανά την εμφάνισή της σε ευρύτατες κοινωνικές ομάδες που «εκπαιδεύτηκαν» να τους φταίει «το σύστημα» γενικά και αόριστα, συχνά δε οι Εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι και εσχάτως οι μετανάστες. Κοινωνικά στρώματα, θύματα τα ίδια των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, τα οποία αντιλαμβάνονται ως εχθρό τους φτωχούς και όχι τη φτώχεια, ενώ θαυμάζουν και ζηλεύουν τον ατομικό πλουτισμό.
Εδώ υπάρχει μία αντίφαση: Ενώ ο νεοφιλελευθερισμός, φαινομενικά διεθνικός, δεν «βλέπει» σύνορα και έθνη, παρά μόνο υποτελείς ή άρχοντες, άριστους ή άχρηστους, στηρίζεται έντονα στον εθνικισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ανθρωπότυπος του αντικομφορμιστή «αυτοδημιούργητου» ανδρός, χωρίς ιδιαίτερη παιδεία ή φυσική ευφυία, χωρίς το μειονέκτημα «ψευτοπροοδευτικών ευαισθησιών» και με επιδείξεις κραυγαλέας αγάπης για την πατρίδα και μίσους για τις πατρίδες των άλλων, είναι ένα πρότυπο που κερδίζει έδαφος σταθερά, όχι απλώς τα τελευταία πέντε χρόνια: «Ο κόσμος μάλλον φοβάται ότι αυτή η χώρα θα κατακλυστεί από ανθρώπους με διαφορετικό πολιτισμό [...] Έτσι, αν θέλουμε καλές φυλετικές σχέσεις, θα πρέπει να μετριάσουμε τους φόβους των ανθρώπων σχετικά με τους αριθμούς [μεταναστών]. Τώρα, το κλειδί για αυτό είναι [...] να διατηρήσουμε τη σαφή προοπτική ενός τερματισμού της μετανάστευσης». Τα παραπάνω δεν είναι λόγια του Τραμπ, του Τζόνσον, της Λεπέν, του Όρμπαν ή του Μπολοσονάρου και δεν ειπώθηκαν κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης του 21ου αιώνα. Τα είπε και πάλι η Μ. Θάτσερ το 1978 [2].
Τούτων δοθέντων, οι βαθιές ρίζες που έχουν αποκτήσει η νεοφιλελεύθερη πολιτική, η ξενοφοβία και ο ατομικισμός βρίσκονται στο παρελθόν. Το μέλλον μας, ωστόσο, διαμορφώνεται σήμερα. Τόσο ο πλανητάρχης Τραμπ όσο και ο Bojo αποτελούν σημάδια κόπωσης της νεοφιλελεύθερης πολιτικής όπως τη γνωρίσαμε. Οι εμπορικοί πόλεμοι των ΗΠΑ, ο νέος «απομονωτισμός» τους και η αργή απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, το Brexit και η ανάδυση των ευρωπαϊκών εθνικισμών μοιάζουν να κλείνουν έναν κύκλο καπιταλιστικής εξωστρέφειας. Το τι θα ακολουθήσει ως μοντέλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης παραμένει άδηλο και ταυτόχρονα πεδίο πολιτικών πρωτοβουλιών.
Αν κάτι μπορούμε να διδαχτούμε από τον ακραίο ατομικισμό που έχει διαποτίσει την πολιτική και την κοινωνία μας είναι ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική ιδέα για το πώς να αντιδράσουμε σε όλα αυτά. Πολύ περισσότερο, δεν υπάρχει κάποιος ηγέτης ή μία προσωπικότητα με τη συνταγή της επιτυχίας. Όσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε τη «δημοκρατία» ως μέγεθος αποκλειστικά ηθικό τόσο παραγνωρίζουμε την τεράστια πρακτική της σημασία: οι συλλογικές διεργασίες παράγουν τις καλύτερες ιδέες. Ιδέες ικανές να εκφράσουν περισσότερους, ιδέες δοκιμασμένες ή καινοτόμες. Ιδέες που εμπνέονται από το παρελθόν, προϊόντα της εποχής τους, με το βλέμμα στο μέλλον.
Στο παρελθόν, ο πολιτισμός, η έμφυτη ανάγκη των ανθρώπων για κοινότητα, για αλληλεγγύη και ανθρωπιά, οι αγώνες για τα δικαιώματα, υπήρξαν εργαλεία στα χέρια των αδυνάτων. Το παρόν μας συνεχίζει να τοποθετεί την οικονομία στο επίκεντρο της διεκδίκησης και από το μέλλον μας προβάλλει ως μείζον ζήτημα η κλιματική αλλαγή. Απέναντι στις απίθανες περσόνες του νεοφιλελεύθερου κλαμπ, αυτά είναι τα πιθανά οχήματα που μπορούν να μας μεταφέρουν συλλογικά σε ένα μέλλον που μας ταιριάζει περισσότερο.
* Ο Γιώργος Τσιρίδης είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης
[1] https://www.independent.co.uk/news/uk/politics/eu-referendum-boris-johns...
[2] https://www.margaretthatcher.org/document/103485


Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Ε, όχι και καλή επιτυχία!


Γιώργος Μελιγγώνης


Στις 15 Μαρτίου 2004, μία εβδομάδα μετά την εκλογική νίκη του Κώστα Καραμανλή, ο μακαρίτης Βασίλης Μουλόπουλος, κορυφαίος δημοσιογράφος και μετέπειτα βουλευτής της Αριστεράς, έγραφε στο «Βήμα της Κυριακής» (του Λαμπράκη, το κανονικό...) ένα κείμενο που φαινόταν «παραφωνία» στο κλίμα «εθνικής ομοψυχίας» που καλλιεργούσε η τότε νεοεκλεγείσα κυβέρνηση:

Στις 15 Μαρτίου 2004, μία εβδομάδα μετά την εκλογική νίκη του Κώστα Καραμανλή, ο μακαρίτης Βασίλης Μουλόπουλος, κορυφαίος δημοσιογράφος και μετέπειτα βουλευτής της Αριστεράς, έγραφε στο «Βήμα της Κυριακής» (του Λαμπράκη, το κανονικό...) ένα κείμενο που φαινόταν «παραφωνία» στο κλίμα «εθνικής ομοψυχίας» που καλλιεργούσε η τότε νεοεκλεγείσα κυβέρνηση:
«Εγώ δεν θα ευχηθώ στην κυβέρνηση της Ν.Δ. 'καλή επιτυχία στο έργο της'. (...) Δεν θα ευχηθώ 'καλή επιτυχία' απλώς και μόνο γιατί είμαι 'πολιτικά απολίτιστος': πιστεύω ότι, αν η κυβέρνηση της Ν.Δ. 'πετύχει στο έργο της', οι συνθήκες στην αγορά εργασίας, στο κοινωνικό κράτος, στη δημόσια Υγεία και Παιδεία θα επιδεινωθούν εις βάρος των εργαζομένων και υπέρ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
 Όχι γιατί οι νέοι υπουργοί και ο νέος πρωθυπουργός είναι κακοί άνθρωποι, αλλά γιατί αυτή είναι η ιδεολογία τους και τα πολιτικά τους πιστεύω. Άλλωστε, οι νεοδημοκράτες δεν το έκρυψαν ποτέ ότι είναι νεοφιλελεύθεροι, οπαδοί της αγοράς και του καπιταλισμού. Το αντίθετο μάλιστα, το έγραψαν στο πρόγραμμά τους, το είπαν και το υποστήριξαν επανειλημμένα πριν και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Αυτοί είναι, αυτό πιστεύουν, αυτό θα κάνουν και γι’ αυτό εγώ τους εύχομαι να αποτύχουν. (...)
Δυστυχώς για το συναινετικό κλίμα που φοριέται πολύ αυτή την πολιτική περίοδο, ο λαός της Αριστεράς παραμένει αθεράπευτα αιρετικός, αρνείται να ακολουθήσει τη μόδα του κοινού συμφέροντος και επιμένει στα παλιομοδίτικα ταξικά συμφέροντα. (...) Ο 'τόπος' πράγματι 'χρειάζεται πολιτική αλλαγή', όπως έλεγε προεκλογικά η Ν.Δ., αλλά ο όρος 'αλλαγή' είναι διφορούμενος και χρήζει διευκρινίσεως. [...] το να 'επενδύεις στις αγορές' τα αποθέματα των ταμείων είναι μια μεγάλη αλλαγή, που παραδίδει όμως τους κόπους ολόκληρης της εργασιακής ζωής στο μαύρο - κόκκινο του χρηματιστηριακού τζόγου.
Για όλα αυτά αρνούμαι να ευχηθώ 'καλή επιτυχία' στις αλλαγές που μας υπόσχεται η Δεξιά. Γιατί δεν πιστεύω στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο της Ν.Δ. Γιατί πιστεύω ότι η ανεργία δεν είναι απλώς ένα φαινόμενο οικονομικής συγκυρίας που θεραπεύεται με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
 Γιατί πιστεύω ότι 'ο θαυμαστός κόσμος του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού' -στον οποίο πιστεύει η Ν.Δ.- σπρώχνει μοιραία στο περιθώριο του πολιτισμού εκατομμύρια ανθρώπους.
 Γιατί πιστεύω ότι η Αριστερά αρνείται να δεχθεί τον ντετερμινισμό του κοινωνικού δαρβινισμού, αρνείται να υποταγεί στο μοιραίο της εξαθλίωσης των ανθρώπων. Δεν πιστεύω στην επιτυχία της Δεξιάς, γιατί πιστεύω ότι ο λαός της Αριστεράς είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει».
[...] όσα γράφει ταιριάζουν απολύτως στο σήμερα - μένει μόνο να αλλάξουν τα ονόματα των πρωταγωνιστών. [...] Συνεπώς: ε, όχι και καλή επιτυχία!

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

ΣΥΡΙΖΑ Τι πετύχαμε με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση


Στις αρχές του 2015 το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης παραδίδεται στην παρούσα κυβέρνηση σε κατάσταση πλήρους κατάρρευσης. Αυτό που συντελέστηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις μόνο ως αρνητικό θαύμα μπορεί να χαρακτηριστεί.   Μετά από 12 διαδοχικές οριζόντιες περικοπές των συντάξεων, της τάξης του 50%, και με απλήρωτες 400.000 συντάξεις σε εκκρεμότητα, τα ασφαλιστικά ταμεία μας παραδίδονται με έλλειμμα 1,1 δισ. ευρώ.
Η κατάσταση διάλυσης του ασφαλιστικού έχει σήμερα ουσιωδώς αντιστραφεί. Το 85% των ελευθέρων επαγγελματιών πληρώνει χαμηλότερες εισφορές από τον πρώτο μήνα εφαρμογής του νόμου. Επίσης, δεν μπήκε απλώς ένα οριστικό τέλος στις περικοπές των συντάξεων, αλλά από 1.1.2019 620.000 συνταξιούχοι βλέπουν για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια αυξήσεις στις συντάξεις τους. Αυξήσεις οι οποίες θα συνεχιστούν για την επόμενη τετραετία. Με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση του 2016 (ν. 4387/2016), το ασφαλιστικό σύστημα έχει κερδίσει το στοίχημα της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς του. Ήδη από τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του ο ΕΦΚΑ έχει μετατρέψει το έλλειμμα που μας παραδόθηκε στα ασφαλιστικά ταμεία σε πλεόνασμα (για το 20018 το πλεόνασμα το ΕΦΚΑ ήταν 1 δισ., ενώ το πλεόνασμα του ΕΤΕΑΕΠ 600 εκ). Και το πλεόνασμα αυτό του ΕΦΚΑ επετεύχθη παρότι έχουμε μειώσει δραστικά, κατά 71%, τις απλήρωτες εκκρεμείς συντάξεις (κύριες, επικουρικές και εφάπαξ).
Με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση του 2016 (ν. 4387/2016) τέθηκαν για πρώτη φορά δίκαιοι και διαφανείς κανόνες για όλους. Ένας κανόνας για τον υπολογισμό των εισφορών, ένας για τον υπολογισμό των συντάξεων, βάζοντας τέλος στις πολυδιάσπαρτες ρυθμίσεις ενός κατακερματισμένου, πελατειακού συστήματος που ίσχυε επί δεκαετίες στον τόπο μας.

Επίπεδα συντάξεων
1.      Από το 2015 και μετά η μέση κύρια σύνταξη αυξάνεται σταθερά.
2015
805 €
2016
812 €
2017
816 €
2018
821 €

2.      Μπήκε οριστικό τέλος στις μειώσεις των συντάξεων. Κανένας συνταξιούχος δεν είχε από την 1/1/2019 μείωση στη σύνταξή του (κύρια και επικουρική).
3.      Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, 620.000  «παλιές» κύριες συντάξεις αυξάνονται από την 1/1/2019 χάρη στον επανυπολογισμό που έγινε με το ν. 4387/16.  Το 77% των συντάξεων που αυξάνονται αφορά συντάξεις  έως 600 ευρώ.
4.      Προβλέφθηκε η προσαύξηση των συντάξεων  για χρόνο παράλληλης ασφάλισης που είχε διανυθεί προ ΕΦΚΑ και για κάθε επιπλέον μονάδα εισφοράς που είχε καταβληθεί.
5.      Αντιμετωπίστηκαν οι αδικίες του παρελθόντος σε ό,τι αφορά τον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων με διαδοχική ασφάλιση (όχι τμηματικά ποσά, ενιαίος χρόνος ασφάλισης, δυνατότητα θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με ευνοϊκότερες προϋποθέσεις).

Εκκρεμείς συντάξεις
6.      Επιτεύχθηκε δραστικός περιορισμός (κατά 71%) των απλήρωτων κύριων συντάξεων,  επικουρικών και εφάπαξ που άφησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις το 2014.
7.      Στο διάστημα από 1/1/2015 – 28/2/2019 καταβλήθηκαν συνολικά 820.000 συντάξεις (κύριες και επικουρικές) καθώς και εφάπαξ ύψους 5,2 δις ευρώ. Αυτή τη στιγμή σε εκκρεμότητα είναι λιγότερες από 40.000 κύριες, λιγότερες από 40.000 επικουρικές και λιγότερα από 18.000 εφάπαξ.

Συντάξεις αναπηρίας και ανασφαλίστων
8.   Διευρύνθηκε από 43 σε πάνω από 150 ο αριθμός των μη αναστρέψιμων παθήσεων για τις οποίες η πιστοποίηση αναπηρίας  είναι πλέον εφόρου ζωής, μειώνοντας σημαντικά την ταλαιπωρία των ατόμων με αναπηρία.
9.      Δόθηκε η δυνατότητα απονομής της σύνταξης ανασφάλιστου υπερήλικα με εισοδηματικά κριτήρια και του επιδόματος βαριάς αναπηρίας σε ασφαλισμένους που αδυνατούν να συνταξιοδοτηθούν λόγω γήρατος ή αναπηρίας λόγω χρεών.
10.   Προβλέφθηκε η παράταση των αναπηρικών συντάξεων και των επιδομάτων αναπηρίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δικαιούχοι δεν ευθύνονται για την καθυστέρηση των ΚΕΠΑ να τους κρίνουν- ενώ υπό το προηγούμενο καθεστώς διακοπτόταν η καταβολή μέχρι τη νέα απόφαση.

Άλλες ρυθμίσεις για συνταξιούχους
11.   Ρυθμίστηκε ενιαία, εντός του ΕΦΚΑ, η έναρξη του δικαιώματος καταβολής της σύνταξης χωρίς να είναι απαραίτητη, πλέον, η διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας, προκειμένου να αρχίσει η συνταξιοδότηση. 
12.   Καταργήθηκε η επί πολλές δεκαετίες προβλεπόμενη υποχρέωση καταβολής προσαυξημένων κατά 50% ασφαλιστικών εισφορών για τους αυτοαπασχολούμενους συνταξιούχους.

H ΝΔ με το ασφαλιστικό «Πινοσέτ» προτείνει:

·       Για την επικουρική ασφάλιση ένα αμιγώς κεφαλαιοποιητικό σύστημα με διαχείριση από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Στο δικό μας σύστημα, οι σημερινές εισφορές είναι που πληρώνουν τις σημερινές συντάξεις,  η πρόταση της ΝΔ δημιουργεί κενό για την χρηματοδοτική κάλυψη της καταβολής των συντάξεων των 1,2 εκατ. συνταξιούχων που λαμβάνουν σήμερα επικουρική σύνταξη. Με άλλα λόγια, 1,2 συνταξιούχοι επικουρικής θα βρεθούν στον αέρα, καθώς δεν θα υπάρχουν εισφορές για να καταβληθούν οι επικουρικές συντάξεις.
·       Η ΝΔ ισχυρίζεται ότι το σύστημα που προτείνει για την επικουρική ασφάλιση θα ισχύει για τους νέους ασφαλισμένους. Τούτο καθόλου δεν αλλάζει την τρύπα που δημιουργείται για την πληρωμή των σημερινών επικουρικών συνταξιούχων, την οποία θα πρέπει να καλύψει ο κρατικός προϋπολογισμός. Το ποσό που θα πρέπει να αναλάβει το κράτος για να πληρωθούν οι επικουρικές συντάξεις που δικαιούται το σύνολο των σημερινών επικουρικών συνταξιούχων είναι 30 δισ. ευρώ. 
·       Πρόβλημα δημιουργείται και για τους σημερινούς ασφαλισμένους στο επικουρικό ταμείο. Οι εισφορές που έχουν καταβάλει οι σημερινοί ασφαλισμένοι καθώς και οι μελλοντικές συντάξεις τους τίθενται υπό διακινδύνευση. Το κόστος δε για την κάλυψη αυτών των ασφαλισμένων που θα πρέπει να αναλάβει ο κρατικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 25 δισ. ευρώ.
·       Άρα το σύνολο του κόστους μετάβασης στο σύστημα του κ. Μητσοτάκη για την επικουρική ασφάλιση είναι 55 δισ.
·       Ποιοί είναι οι κερδισμένοι από την πρόταση της ΝΔ; Μα φυσικά οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες που θα πάρουν ζεστό χρήμα και μεγάλα κέρδη από την εκμετάλλευση των εισφορών των ασφαλισμένων πελατών τους.
·       Τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα που ευαγγελίζεται η ΝΔ λειτουργούν στο πλαίσιο του επενδυτικού κινδύνου. Ο ασφαλισμένος τοποθετεί τα χρήματά του στην ατομική μερίδα, όμως αυτά τίθενται υπό τον επενδυτικό κίνδυνο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα κατάρρευσης. (π.χ. το παράδειγμα της μετοχής της AIG, της μεγαλύτερης ασφαλιστικής των ΗΠΑ, όπου τον Σεπτέμβρη του 2008 μέσα σε λίγες μέρες έπεσε από τα $70 σε $5.5, με αποτέλεσμα το αμερικανικό κράτος να αναλάβει το κόστος ασφαλιστικών συμβολαίων ύψους 85 δισ. ευρώ.  Ελληνικό παράδειγμα πτώχευσης ασφαλιστικής εταιρείας αποτελεί η ΑΣΠΙΣ Πρόνοια που υπόσχονταν στα συνταξιοδοτικά και επενδυτικά της προγράμματα εγγυημένη απόδοση 7,5%, και είχε την κατάρρευση που όλοι γνωρίζουμε).

Για την κύρια σύνταξη:
·       Αναφορικά με την κύρια σύνταξη, η ΝΔ προτείνει οριζόντια μείωση των εισφορών για όλους στο 15%. Αυτή η πρόταση θα δημιουργήσει τρύπα στα έσοδα του ΕΦΚΑ ύψους 2 δισ. ευρώ ετησίως με σημερινά δεδομένα. Οπότε, είτε θα πρέπει να επιβαρυνθεί αντίστοιχα ο κρατικός προϋπολογισμός και με αυτό το ποσό, είτε να μειωθούν οι κύριες συντάξεις.
·       Η πρόταση της ΝΔ περιλαμβάνει αλλαγή εντός και του δημόσιου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Το σημερινό πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης διέπεται από την αρχή της προστασίας και της αλληλεγγύης γενεών και έχει αναδιανεμητικά χαρακτηριστικά. Η ΝΔ προτείνει τη μετατροπή του συστήματος για την κύρια σύνταξη από διανεμητικό σε αμιγώς ανταποδοτικό. Τούτο σημαίνει ότι σημερινοί εργαζόμενοι που χωρίς δική τους ευθύνη λαμβάνουν πολύ χαμηλούς μισθούς ή μένουν κάποιοι χρόνια άνεργοι, δεν θα μπορέσουν να λάβουν συντάξεις με τις οποίες να βιοπορίζονται. Η πρόταση περί μετατροπής του συστήματος σε πλήρως ανταποδοτικό θα τιμωρήσει πολίτες που δεν είχαν σταθερό και συνεχόμενο εργασιακό βίο και αξιοπρεπείς αμοιβές.