Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς αξιολόγηση;

 Γιάννης Κιμπουρόπουλος

Η προοπτική εξόδου από τα Μνημόνια φέρνει το πολιτικό σύστημα ενώπιον προγραμματικού κενού. Τα κόμματα κάτι θα πρέπει να «αφηγηθούν» στην κοινωνία και στα επιμέρους στρώματα που θέλουν να κερδίσουν. Και η «ανάπτυξη» δεν συνιστά αφήγηση επαρκή για να ανακτηθούν οι χαμένες ιδεολογικές ταυτότητες, για να ξαναχαραχθούν οι διαχωριστικές γραμμές και να αποκατασταθούν οι ειδοποιοί διαφορές
Από τον Μάιο του 2010 μέχρι σήμερα, η πολιτική ατζέντα στη χώρα είναι μονοδιάστατη. Ακολουθεί τον κύκλο των Μνημονίων, των αστοχιών, των διαψεύσεων και των αποτυχιών τους. Έμεινε προσκολλημένη στην τελετουργία των αξιολογήσεων. Όλες, με διαβαθμίσεις, εξελίχθηκαν ως θρίλερ: πόσα θα είναι τα προαπαιτούμενα, ποιος θα είναι ο λογαριασμός τους, πότε θα έρθει η δόση, πόση θα είναι, θα προλάβουμε τις λήξεις των ομολόγων;
Η τελετουργία της επιτήρησης και η μονοδιάστατη ατζέντα που επέβαλε στον πολιτικό διάλογο είχε ένα καταλυτικό αποτέλεσμα στο πολιτικό σύστημα: σχεδόν εξαφάνισε τα προγράμματα των κομμάτων που υποχρεώθηκαν να διαχειριστούν ως κυβερνήσεις την εφαρμογή των Μνημονίων. Και μαζί εξαφάνισε και τις βασικές διαχωριστικές τους γραμμές. Ο πολιτικός τους ανταγωνισμός περιορίστηκε στο πεδίο της «ικανότητας στη διαπραγμάτευση» και της «αποτελεσματικότητας στην εφαρμογή». Καμιά κυβέρνηση, ούτε η τωρινή, δεν κατάφερε να διαρρήξει την αμείλικτη συνοχή της συνταγής των μνημονίων, πυρήνας της οποίας ήταν και παραμένει η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση» -κι αυτή απατηλά και μονομερώς εφαρμοσμένη-, ένας τεχνοκρατικός ευφημισμός για την εξουθενωτική λιτότητα εις βάρος των φτωχότερων και μεσαίων στρωμάτων και, κυρίως, για την ισοπεδωτική διατίμηση της εργασίας.
Είναι αλήθεια ότι καμιά κυβέρνηση δεν πίστεψε στον «ορθολογισμό» της μνημονιακής συνταγής. Ούτε του ΠΑΣΟΚ, ούτε της Ν.Δ., ούτε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ. Όχι μόνο λόγω διαφωνίας με τις νεοφιλελεύθερης έμπνευσης «μεταρρυθμίσεις», αλλά και για λόγους πολιτικής αυτοσυντήρησης. Όλες οι κυβερνήσεις, με την εξαίρεση ορισμένων «πρωτάρηδων» του 1ου Μνημονίου που είχαν διακηρύξει το περίφημο «ακόμη κι αν δεν υπήρχαν τα Μνημόνια θα έπρεπε να τα εφεύρουμε», διαβεβαίωναν ότι «δεν πιστεύουν στα Μνημόνια». Αυτό κωδικοποιήθηκε από τους δανειστές στην κριτική περί «έλλειψης ιδιοκτησίας» των προγραμμάτων που τα οδηγούσε σε αποτυχία, σε αντίθεση με τα άλλα μνημονιακά success stories.
Η αναγκαστική διγλωσσία των κυβερνήσεων -«εφαρμόζουμε ένα πρόγραμμα που δεν το πιστεύουμε»- δεν είναι υποκριτική. Είναι ειλικρινής. Ακόμη κι αν το τρίτο Μνημόνιο το διαχειριζόταν μια κυβέρνηση Ν.Δ. υπό τον νεοφιλελεύθερο Κυρ. Μητσοτάκη, θα ήταν αυτοχειρία να ενστερνιστεί τις φορολογικές επιβαρύνσεις και τις μειώσεις στις συντάξεις. Θα αναζητούσε κι αυτή κάποιο μείγμα «αντίμετρων», προφανώς στην κατεύθυνση της μείωσης της φορολόγησης των επιχειρήσεων ή της προσφιλούς της «μείωσης του σπάταλου κράτους». Έτσι, καθώς όλες οι κυβερνήσεις των Μνημονίων αναγκάστηκαν να βάλουν στο ράφι τα προγράμματά τους, επικεντρώθηκαν στη μόνη προσδοκία που απέμενε: την ολοκλήρωση των Μνημονίων και την έξοδο από τη σκληρή επιτροπεία των δανειστών.
Σ’ αυτό που απέτυχαν οι κυβερνήσεις των δύο πρώτων Μνημονίων, υπό την πίεση μιας κοινωνίας εν βρασμώ, υπάρχει πιθανότητα να πετύχει αυτή η κυβέρνηση. Η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης σηματοδοτεί τη -νομοθετική- εφαρμογή του 90% του Μνημονίου. Με την εκταμίευση της δόσης των 8,5 δισ. απομένει ένα απροσδιόριστο ακόμη ποσό από το αρχικό δάνειο των 86 δισ. -προφανώς δεν θα χρησιμοποιηθεί όλο- που θα συνοδεύσει τις επόμενες «ήπιες» αξιολογήσεις.
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι όλα εξελίσσονται «κανονικά», χωρίς θρίλερ και απρόοπτα, μέχρι το φθινόπωρο του 2018, οπότε κηρύσσεται η λήξις της οκταετούς εκτάκτου ανάγκης. Ωραία. Και μετά, τι; Τώρα, τι θα γένουμε χωρίς αξιολογήσεις, δόσεις και κουαρτέτο; Με ποια ακριβώς προγράμματα θα πορευτούν τα κόμματα που διεκδικούν τη διακυβέρνηση; Πώς θα απογαλακτισθούν από τα Μνημόνια, πώς θα βγουν από την κολυμβήθρα της «μεταρρυθμιστικής» ομογενοποίησης; Πώς θα διαφοροποιηθούν και θα επαναχαράξουν τις διαχωριστικές τους γραμμές;
Ανεξάρτητα από το αν πιστεύει κανείς ότι υπήρχε ή όχι εναλλακτική λύση στον μονόδρομο των μνημονίων, η προοπτική εξόδου από το βασανιστικό τους πρωτόκολλο φέρνει το πολιτικό σύστημα ενώπιον υπαρξιακού κενού. Για την ακρίβεια, προγραμματικού κενού. Τα κόμματα είναι υποχρεωμένα να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με μια κοινωνία που έχει μετασχηματιστεί ριζικά και βίαια μέσα σε οκτώ χρόνια, από κορυφής έως ονύχων. Από την επιχειρηματική της ολιγαρχία, μέχρι το νεανικό πρεκαριάτο, που πλειοψηφεί στην απασχόληση. Παρ’ ότι η έξοδος από την επιτροπεία είναι μόνο τυπική, αφού η μακροχρόνια δέσμευση σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα αφήνει ελάχιστα περιθώρια απόκλισης από την «ορθοδοξία» του Μάαστριχτ και του Δημοσιονομικού Συμφώνου, τα κόμματα κάτι πρέπει να «αφηγηθούν» στην κοινωνία και στα επιμέρους στρώματα που θέλουν να κερδίσουν. Και η «ανάπτυξη» δεν συνιστά αφήγηση επαρκή για να ανακτηθούν οι χαμένες ιδεολογικές ταυτότητες, για να ξαναχαραχθούν οι διαχωριστικές γραμμές και να αποκατασταθούν οι ειδοποιοί διαφορές. Αυτό το προγραμματικό κενό που διαπερνά οριζόντια το πολιτικό σύστημα αποδεικνύει, μεταξύ άλλων, ότι τα Μνημόνια ίσως περισσότερο από προγράμματα οικονομικής προσαρμογής ήταν προγράμματα πολιτικής πειθάρχησης. Και εξαιρετικά επιτυχή, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος.

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Γαλάζια εργολαβία ξεπλύματος στο ΔΠΘ


Πέτρος Κατσάκος


Όλα ξεκίνησαν όταν μετά από έλεγχο του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώθηκε πλήθος παράτυπων ενεργειών στη διαχείριση κονδυλίων, που αφορούσαν κατά κύριο λόγο τη σίτιση του ΔΠΘ


Οι βουλευτές ΣΥΡΙΖΑ Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης με χθεσινή τους παρέμβαση αποφάσισαν να πουν δημοσίως κάποια πράγματα με το όνομά τους, γιατί παράγινε το κακό με τους συντοπίτες συναδέλφους τους της Νέας Δημοκρατίας που το τελευταίο διάστημα έχουν αναλάβει εργολαβικά το “ξέπλυμα” μιας ομάδας διαπλεκόμενων καθηγητών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
Όλα ξεκίνησαν όταν μετά από έλεγχο του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώθηκε πλήθος παράτυπων ενεργειών στη διαχείριση κονδυλίων, που αφορούσαν κατά κύριο λόγο τη σίτιση του ΔΠΘ. Το υπουργείο Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων, αφού παρέλαβε το πολυσέλιδο και επιβαρυντικό πόρισμα του ΣΕΕΔΔ, παρέπεμψε, ως όφειλε, τον νυν πρύτανη του ΔΠΘ στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ, σε συνέχεια των ποινικών ευθυνών που προέκυπταν από το πόρισμα για την οικονομική διαχείριση του ιδρύματος.
Γιατί παραπέμφθηκαν ο πρύτανης κ. Καραμπίνης και δύο ακόμη καθηγητές; Γιατί κατά έναν τρόπο συνδέονται μέσω εταιρειών, όπως λέει το πόρισμα, με τον επί σειρά ετών εργολάβο για τη σίτιση των φοιτητών Αν. Χούτο, που πληρώθηκε συνολικά για τις υπηρεσίες του από το πανεπιστήμιο με το ποσό των 24.126.279,11 ευρώ για τα έτη 2009 – 2015, ενώ για την περίοδο 2005-2008 κανείς δεν γνωρίζει πόσα χρήματα πήρε από το πανεπιστήμιο.
Ο εργολάβος έπαιρνε την εργολαβία είτε με διαγωνιστικές διαδικασίες είτε με άσκηση δικαιώματος προαίρεσης είτε με απευθείας ανάθεση κατόπιν διαπραγμάτευσης κατά περίπτωση, μόνο που η σύζυγος του πρύτανη, συνταξιούχος υπάλληλος της πολυτεχνικής σχολής της Ξάνθης, μετέχει σε συνθέσεις διοικητικών συμβουλίων εταιρειών στις οποίες συμμετέχει τόσο ο καθηγητής του ΔΠΘ κ. Σιμόπουλος όσο και ο Αν. Χούτος.
Επομένως τόσο ο ο πρύτανης κ. Καραμπίνης όσο και ο καθηγητής κ. Σιμόπουλος, όπως λέει το πόρισμα, θα έπρεπε να δηλώσουν κώλυμα συμμετοχής σε όλες τις επιτροπές που έκριναν το πακέτο σίτισης στο ΔΠΘ εφόσον στους διαγωνισμούς συμμετείχε ο Αν. Χούτος. Αυτό το τόσο απλό και ξεκάθαρο που καταλόγισε το πόρισμα των Ελεγκτών Δημ. Διοίκησης πέρασε στα ψιλά για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που βάλθηκε να “αθωώσει” με το έτσι θέλω τους εκλεκτούς της κάνοντας λόγο για πολιτικές διώξεις και κατηγορώντας αυτούς που αποφάσισαν να βάλουν τέλος σε μια “οικογενειακή φάμπρικα” δεκαετίας με τζίρο εκατομμυρίων ευρώ.

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΕΣ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΟΔΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ





Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία στη χώρα μας οι 5 νομοί της Περιφέρειάς μας βρίσκονται ψηλά στον κατάλογο των τροχαίων δυστυχημάτων. Σ’ αυτό, εκτός των άλλων, συμβάλλει και η κακή κατάσταση του οδικού δικτύου, αλλά και η ελλιπής και λανθασμένη συντήρησή τους.
Από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο οι Περιφέρειες είναι αρμόδιες για την επισκευή και συντήρηση του χαρακτηρισμένου εθνικού και επαρχιακού δικτύου και οι Δήμοι για όλους τους υπόλοιπους δρόμους (κύρια δημοτικούς). Η ιεράρχηση και η ευθύνη αυτή, που συνοδεύεται με την διεκδίκηση και ύπαρξη αντίστοιχων πόρων, δυστυχώς συνεχώς διαστρεβλώνεται στην Περιφέρειά μας, συντελώντας στην χειροτέρευση του οδικού δικτύου. Η συνήθης στρέβλωση γίνεται μέσω προγραμματικών συμβάσεων που επιλεκτικά και πολλές φορές αδικαιολόγητα η Περιφέρεια συντάσσει με τους Δήμους, επισκευάζοντας – συντηρώντας δημοτικούς δρόμους. Τα κριτήρια αυτής της επιλογής είναι αδιαφανή, χωρίς ιεράρχηση και τεκμηρίωση εξυπηρετώντας πελατειακούς, κομματικούς και ιδιοτελείς σκοπούς.
Επανειλημμένα έχουμε δηλώσει ότι αν πρέπει να βοηθήσει η Περιφέρεια το έργο των Δήμων αυτό πρέπει να γίνεται μ’ ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες, με προτεραιότητες (μιας και οι ανάγκες είναι μεγάλες), με εκτίμηση των δυνατοτήτων που έχουν οι Υπηρεσίες της Περιφέρειας και με δίκαιο τρόπο χωρίς αποκλεισμούς. Ιδιαίτερα σήμερα αυτό επιβάλλεται επειδή: α) Λόγω μνημονίου έχουν μειωθεί σημαντικά οι πόροι προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση. β) Ιδιαίτερα στο τρέχον χρηματοδοτικό πρόγραμμα είναι λιγότεροι οι πόροι για υποδομές. γ) Για κομματικούς – πελατειακούς λόγους έχουν ενταχθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις πολλά έργα χωρίς να έχουν διασφαλιστεί οι αντίστοιχοι πόροι. δ) Το στελεχιακό δυναμικό της Περιφέρειας είναι ελάχιστο και δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί ούτε στις άμεσες προφανείς υποχρεώσεις της Περιφέρειας.
Δυστυχώς, μαζί μ’ αυτά, επιδεινώνεται η κατάσταση λόγω της κακομαθμένης αντίληψης πολλών αιρετών – ιδιαίτερα αυτών που ασκούν διοίκηση – περί ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην Περιφέρεια και στους Δήμους. Πολλές φορές στα συλλογικά όργανα της Περιφέρειας έχουμε επισημάνει συγκεκριμένα παραδείγματα κακής διαχείρισης και επιλογής οδικών έργων που γίνονται κάτω από την «ομπρέλα» εξυπηρέτησης διαφόρων σκοπιμοτήτων ξένων προς το δημόσιο συμφέρον. Δεν είναι τυχαίο ότι πρώτη σε προγραμματικές συμβάσεις και με διαφορά είναι η περιοχή του Περιφερειάρχη η Αρκαδία.
Αν δεν γίνονται σεβαστές οι παραπάνω αρχές και κανόνες που αφορούν τις ευθύνες για το οδικό δίκτυο φτάνουμε στην σημερινή του κακή εικόνα όπου χαρακτηριστικά στην Περιφερειακή Ενότητα Μεσσηνίας απαιτούνται εργασίες επισκευής και συντήρησης στα παρακάτω τμήματα του εθνικού – επαρχιακού δικτύου που θάπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί:
Εθνικό δίκτυο: Ασπρόχωμα – Μεσσήνη, Ριζόμυλος – Πύλος – Μεθώνη, Καλαμάτα – Σπάρτη, Τσακώνα – Κυπαρισσία και όρια ν. Ηλείας – Κυπαρισσία – Φιλιατρά – Γαργαλιάνοι.
Επαρχιακό δίκτυο: Ριζόμυλος – Κορώνη – Βασιλίτσι – Φοινικούντα – Μεθώνη, Μεσσήνη – Βαλύρα, Μεσσήνη – Αριστομένη, Λάμπαινα – Τρίκορφο – Κορομηλιά, Γαργαλιάνοι – Χώρα – Ρωμανού – Γιάλοβα, Καλαμάτα – Μάνη.
Σ’ αυτά τα τμήματα ακόμη και αν για κάποια έχουν προγραμματιστεί παρεμβάσεις οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν, με αποτέλεσμα ακόμα και οι ανάδοχοι των έργων να διαμαρτύρονται για καθυστέρηση και δυσκολία πληρωμής τους. Αντίθετα, μέσα από προγραμματικές συμβάσεις με Δήμους, αντί να παρεμβαίνουμε – βοηθάμε στους δημοτικούς δρόμους που παρουσιάζουν μεγάλη ανάγκη όπως το Καλαμάτα – Κιτριές, διαθέτουμε πόρους 2,5 εκ. €! για δρόμο σύνδεσης με μία κοινότητα ή 0,6 εκ. € για δρόμο που εξυπηρετεί μόνο μία ξενοδοχειακή μονάδα.
Δυστυχώς ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται σ’ όλες τις Περιφερειακές Ενότητες της Πελοποννήσου.
Οδεύοντας προς τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019 οφείλουμε έγκαιρα να επισημάνουμε αυτές τις παθογένειες στα έργα του οδικού δικτύου της Περιφέρειάς μας γιατί φοβόμαστε ότι θα επιδεινωθούν. Η Περιφέρεια και οι Δήμοι πρέπει κύρια να επικεντρωθούν στα έργα αρμοδιότητάς τους για να υπάρχει περισσότερη υπευθυνότητα και καλύτερη αποτελεσματικότητα.
Διεκδικώντας από την Πολιτεία η Τοπική Αυτοδιοίκηση α΄ και β΄ βαθμού αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και πόρων πρέπει να πείσει ότι χειρίζεται τα του «οίκου» της με διαφάνεια, σοβαρότητα, υπευθυνότητα και αποτελεσματικότητα. Οι δύσκολοι καιροί που περνά η χώρα και η κοινωνίας μας αυτό το απαιτούν και το επιβάλλουν.
Σημείωση: Η σκόπιμη διάχυση των ευθυνών και των αρμοδιοτήτων δεν είναι πάντα ο σωστός τρόπος. Βλέπε τον πρόσφατο καταμερισμό ευθυνών της Διοίκησης της Περιφέρειας στους Περιφερειακούς συμβούλους της πλειοψηφίας.

13/6/2017
Για την «Πελοπόννησος Πρώτα»
Ο επικεφαλής


ΝΙΚΟΣ ΠΑΤΣΑΡΙΝΟΣ

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

Για το ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

 Τάσος Παπαζαχαρίας

ΣΤΟ ΠΑΝΑΡΚΑΔΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΤΑΙΑ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΝΑ ΤΟ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΟΥΝ.

Η καρδιά της υγείας στην Αρκαδία και της ευρύτερης περιοχής χτυπάει στο Παναρκαδικό Νοσοκομείο!

Είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε δίπλα μας μία μονάδα υγείας σαν αυτή του Παναρκαδικού Νοσοκομείου. 

Όλοι μας πιστεύω ότι έχουμε μία μικρή ή μεγάλη εμπειρία περίθαλψης στο Νοσοκομείο αυτό, είτε προσωπική είτε κάποιου συγγενικού μας προσώπου.

Το Παναρκαδικό Νοσοκομείο έχει περάσει τα 15 τουλάχιστον τελευταία χρόνια αρκετές περιπέτειες, οι οποίες είχαν να κάνουν κυρίως με τις πολλές αλλαγές στη διοίκηση του και στα μεγάλα χρονικά διαστήματα που έμεινε χωρίς διοικητή. 

Μεγάλη συμβολή στην διοικητική αστάθεια αποτέλεσαν και οι εσωκομματικές αντιπαλότητες των κομμάτων της Ν.Δ και του ΠΑΣΟΚ, αφού στελέχη και βουλευτές τους, έβλεπαν το Νοσοκομείο ως ευκαιρία προσωπικής προβολής, πολιτικής επιρροής και αναρρίχησης ανταγωνιζόμενοι για το ποιος θα ελέγχει τη διοίκησή του.

Οι περιπέτειες αυτές είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία και στην εξέλιξη του Νοσοκομείου, αφού οι πολλές απουσίες διοίκησης ή ακόμη και η ύπαρξη ανίκανων διοικήσεων, συνετέλεσαν στο να μην αξιοποιήσει το Νοσοκομείο αποτελεσματικά τα διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα προς βελτίωση της υποδομής του. Παρά ταύτα το έμπειρο και φιλότιμο προσωπικό βάζοντας πλάτη, διατηρούσε και διατηρεί σε υψηλό επίπεδο αυτό το Νοσοκομείο.

Τα χρόνια αυτά, ευτυχώς, ανήκουν πλέον στο παρελθόν και μάταια προσπαθούν κάποιοι να μας επαναφέρουν σε κείνες τις εποχές.

Η παρούσα διοίκηση με επικεφαλής τον έμπειρο και με αξιοκρατικό τρόπο επιλεγέντα, διοικητή Πέτρο Τομάρα, δίνει αγώνα δρόμου με τον χρόνο προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες και να δώσει λύση στα προβλήματα, που είχαν συσσωρευτεί όλα τα προηγούμενα χρόνια και τα οποία η μακρόχρονη οικονομική κρίση τα έχει επιδεινώσει.

Έδωσε προτεραιότητα:
1ο.  Στην εξοικονόμηση πόρων από το σταμάτημα της σπατάλης, που συνέβαινε σε πολλούς τομείς.
2ο.  Στην οργάνωση για την πιο αποτελεσματική λειτουργία του και  
3ο.  Στην στελέχωση του Νοσοκομείου με ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.

 Έχει ήδη ανακοινωθεί στα ΜΜΕ ότι έχουν εξοικονομηθεί μέχρι τώρα 88.027,80 € ανά έτος από τη μείωση ενοικίων. Από ένα και μόνο ακίνητο για το οποίο το ενοίκιο ήταν 6.481,04 €, με κατάλληλες προσαρμογές και διαπραγμάτευση έφτασε στα 1.842,72 Ευρώ, εξασφαλίζοντας έτσι οικονομία 4.638,32 € το μήνα. 

Ταυτόχρονα, παρά την αύξηση των εξυπηρετούμενων ασθενών, επετεύχθησαν οριακές μειώσεις στις δαπάνες χωρίς να θιχτούν στο παραμικρό οι παρεχόμενες υπηρεσίες. Αντιθέτως αυτές έχουν βελτιωθεί, όπως διαπίστωσα και προσωπικά, εξ αιτίας μιας περιπέτειας υγείας που είχα από ένα ατύχημα. 

Στο θέμα των προσλήψεων, έχουν επανειλημμένως ανακοινωθεί στα ΜΜΕ ότι μέχρι τώρα έγιναν 19 προσλήψεις μόνιμου προσωπικού (εκ των οποίων 12 γιατροί και νοσηλευτές) για το 2016 και 9 για το 2017 (εκ των οποίων οι 8 γιατροί και νοσηλευτές). Στις παραπάνω προσλήψεις δεν περιλαμβάνονται οι έκτακτες ή προσωρινές ή ορισμένου χρόνου προσλήψεις. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι είχαν να γίνουν προσλήψεις μόνιμου προσωπικού εδώ και πολλά χρόνια. 

Οι γιατροί και το προσωπικό του Νοσοκομείου έχουν δίκιο που διαμαρτύρονται για την έλλειψη προσωπικού, αλλά πέραν των προσλήψεων που αναφέραμε παραπάνω, προβλέπεται να πραγματοποιηθούν σύντομα και άλλες προσλήψεις. Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει όλοι οι θεσμικοί παράγοντες του Νοσοκομείου να συνεργαστούν μεταξύ τους για την επίτευξη του καλύτερου αποτελέσματος  και να μην πετροβολούν ο ένας τον άλλο.


Επίσης έγινε μεγάλη προσπάθεια να απαλλαγεί το Νοσοκομείο από τους ιδιώτες εργολάβους, σε διάφορους τομείς της λειτουργίας του, με τη πρόσληψη προσωπικού για πρώτη φορά μέσω ΑΣΕΠ και όχι με ρουσφετολογικούς διορισμούς όπως γινόταν μέχρι πρόσφατα. Η υπόθεση αυτή βρίσκεται  σε εκκρεμότητα για νομικούς λόγους μετά από προσφυγή των εργολάβων και θα κριθεί τελικά στα Ευρωπαϊκά δικαστήρια. 

Η υποκατάσταση υπηρεσιών των Νοσοκομείων από εργολάβους αποτελεί πληγή για τα νοσοκομεία της χώρας μας πίσω από την οποία κρύβονται μεγάλα οικονομικά  συμφέροντα και μεγάλο φαγοπότι σε βάρος του ιδρώτα του Ελληνικού λαού, αφού όπου απομακρύνθηκαν οι εργολάβοι, διαπιστώθηκαν καλύτερες υπηρεσίες με λιγότερα χρήματα αλλά και οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες αυτές, έχουν πλέον καλύτερους όρους εργασιακών σχέσεων και υψηλότερες απολαβές.

Πέραν των παρεχόμενων υπηρεσιών Υγείας το Παναρκαδικό Νοσοκομείο αποτελεί και μια μεγάλη οικονομική μονάδα που συντελεί στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής μας. 

Όπως έχει ανακοινωθεί στα ΜΜΕ από το Παναρκαδικό Νοσοκομείο έχουν γίνει συνολικές πληρωμές προς τους προμηθευτές 14.560.923,62 € για το 2016 και 2.358.211,02 € για το 2017 μέχρι τώρα, εκτός από τις αμοιβές του προσωπικού που είναι και αυτές αρκετά εκατομμύρια Ευρώ το χρόνο και στηρίζουν την οικονομία της περιοχής μας.

Σημαντική επίσης είναι η σιγουριά την οποία αισθανόμαστε όλοι μας από την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του, στην εξασφάλιση της υγείας μας σε ώρα ανάγκης. Δεν προσφέρουν καλές υπηρεσίες όταν κάποιοι προσπαθούν να υποβαθμίσουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες του.    

Πολλά μπορούμε να καταλογίσουμε στα θετικά της παρούσας διοίκησης και ιδιαίτερα τις προσπάθειες που καταβάλλει ο σημερινός διοικητής, αλλά δεν μας το επιτρέπει ο χώρος. Ας κάνουμε όμως λίγη υπομονή και  ο χρόνος θα δείξει.  

Είναι σύνηθες το φαινόμενο στη χώρα μας, κάποιοι για ιδιοτελείς λόγους, να τα βάζουν με τα δημόσια Νοσοκομεία, όπως συμβαίνει και με το Παναρκαδικό, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουν οι κύριοι αυτοί ότι προσφέρουν κάκιστες υπηρεσίες στους πολίτες. 

Είναι σε όλους γνωστό και από τους ειδικούς απολύτως αποδεκτό, πως στη διοίκηση των μεγάλων οργανισμών η δουλειά υποδομής δεν φαίνεται αμέσως. Για άλλα Νοσοκομεία που έχουν να δείξουν περισσότερο έργο, αυτό συμβαίνει σε ένα βαθμό, επειδή είχαν σταθερές διοικήσεις για πολλά χρόνια, όταν οι δικοί μας εδώ στο Παναρκαδικό τις άλλαζαν με το τηλέφωνο σαν τα πουκάμισά τους

Προβλήματα προφανώς υπάρχουν, αλλά γίνεται ουσιαστική προσπάθεια για την επίλυσή τους και στη προσπάθεια αυτή είναι πιο αποτελεσματικό να βρισκόμαστε όλοι μαζί στο ίδιο μετερίζι.

Στο Παναρκαδικό Νοσοκομείο γενιές και γενιές έχουν προσφέρει τον αγώνα τους αλλά και οικονομικούς πόρους και πρέπει να προσέχουν όσοι προσπαθούν να το δυσφημίσουν. Πρώτα οι κύριοι αυτοί θα πρέπει να κοιτάξουν τη δουλειά τους και βέβαια μετά να κάνουν την κριτική τους. Ζούμε σε μία μικρή σχετικά κοινωνία και όλοι μας γνωριζόμαστε πολύ καλά μεταξύ μας

Ο γίγαντας της υγείας στη περιοχή μας που ακούει στο όνομα Παναρκαδικό με την άξια διοίκηση που διαθέτει, αλλά και με τις υπεράνθρωπες και φιλότιμες προσπάθειες όλου του προσωπικού, που πολλές φορές οι προσπάθειες αυτές υπερβαίνουν τις αντοχές του, άρχισε να βρυχάται και να δηλώνει έτοιμος, να προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες του. 

Ας τον προσέξουμε τον γίγαντα αυτόν και ας του συμπαρασταθούμε όλοι μας απ’ όποια θέση και με όποιο τρόπο μπορεί ο καθένας μας.



Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Η εθνική ενότητα απαιτεί και πολιτικό πολιτισμό

Κλ. Τσαουσίδης

Το πολιτικό μνημόσυνο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη επιβεβαίωσε όσους υποστηρίζουν ότι το επίπεδο κάποιων πολιτικών είναι το χειρότερο δυνατό. Ε, πώς να συνεννοηθείς με αμετροεπείς;
Το πολιτικό μνημόσυνο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στη Βουλή των Ελλήνων κατέδειξε για μιαν ακόμη φορά πόσο αφελείς ή εκνευριστικά υποκριτές είναι όσοι με έμφαση ισχυρίζονται πως μπορεί να υπάρξει πολιτική συναίνεση μεταξύ όλων των πολιτικών δυνάμεων, ακόμη και για τα πιο απλά πράγματα, τα ανέξοδα, τα τυπικά. Ακόμη περισσότερο, η εθνική ενότητα -που επικαλούνται- δεν σημαίνει αλλαγή πολιτικών θέσεων αλλά συμφωνία σε θέματα ζωής ή θανάτου. Τόσο απλά.
Το πολιτικό μνημόσυνο αυτό επιβεβαίωσε όσους υποστηρίζουν ότι το επίπεδο κάποιων πολιτικών είναι το χειρότερο δυνατό. Ε, πώς να συνεννοηθείς με αμετροεπείς;
Τον μακαρίτη Κωνσταντίνο Μητσοτάκη αποχαιρέτησαν με σεβασμό ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο πρόεδρος της Ν.Δ. και γιος του εκλιπόντος, Κυριάκος Μητσοτάκης, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, και ο επικεφαλής του «Ποταμιού», Σταύρος Θεοδωράκης. Με ελάχιστες ενστάσεις που κάποιος θα μπορούσε να διατυπώσει (όπως π.χ. ότι εκ μέρους της Ν.Δ. θα μπορούσε να αποχαιρετήσει τον εκλιπόντα ίσως κάποιος στενός συνεργάτης του και όχι ο γιος του -ο οποίος ωστόσο κινήθηκε στα όρια της σεμνότητας), οι προαναφερθέντες πολιτικοί αρχηγοί στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, όπως και ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης.

Δυστυχώς, δύο ξέφυγαν. Πρώτη ήταν η κ. Γεννηματά, η οποία αναλώθηκε στη μεγάλη σύγκρουση του ’89, μεταξύ Μητσοτάκη - Α. Παπανδρέου, ξεχνώντας να αναφέρει ότι το κόμμα του οποίου τώρα προΐσταται «έδωσε» τότε τον μακαρίτη Κουτσόγιωργα στο Ειδικό Δικαστήριο, προσπαθώντας να ρίξει σ’ αυτόν την ευθύνη για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Επίσης, λησμόνησε ότι λίγους μήνες ύστερα από αυτό που τα προσκείμενα τότε στο ΠΑΣΟΚ έντυπα βάφτισαν «βρώμικο ’89», δηλαδή την κυβερνητική σύμπραξη Ν.Δ.-Συνασπισμού, συμμετείχε και το ΠΑΣΟΚ στην επόμενη κυβέρνηση (του Ξ. Ζολώτα).
Η κ. Γεννηματά, με το γνωστό μελοδραματικό ύφος, αποσιώπησε ότι το σκάνδαλο Κοσκωτά δεν το εξέθρεψαν σε δοκιμαστικούς σωλήνες ούτε η Ν.Δ. ούτε ο Συνασπισμός. Το «φούντωσαν» τα τότε αγρίως προσκείμενα στο ΠΑΣΟΚ έντυπα, όπως “ΤΟ ΒΗΜΑ”, “ΤΑ ΝΕΑ” και το “ΕΘΝΟΣ”, φοβούμενα την εκδοτική διείσδυση του Κοσκωτά. Μάλιστα, βασικοί μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη του Α. Παπανδρέου και των άλλων στελεχών του ΠΑΣΟΚ ήταν στελέχη αυτών των εφημερίδων που αφού είχαν εξασφαλίσει τη διάλυση του ομίλου του Κοσκωτά και το μοίρασμα των ιματίων του έναντι πινακίου φακής (“ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, “ΣΚΑΪ”, “Τέταρτο”, πιεστήρια, “24 ΩΡΕΣ” κ.λπ.), άλλαξαν αίφνης τις καταθέσεις τους και ξέχασαν όσα έγραφαν. Η αλλαγή στάση των μαρτύρων κατηγορίας ήταν άσχετη με τα όσα συμφωνήθηκαν στο παρασκήνιο και την πίεση που ασκήθηκε έως και από τον μακαρίτη Καραμανλή με τη φράση που του αποδίδεται ότι «ένας πρωθυπουργός δεν κάθεται στο σκαμνί»;
Ολο αυτό το σκηνικό του βρώμικου ’89 ή του εξίσου βρώμικου ’90, όπως και το σκηνικό του πολύ βρώμικου ’65 και του κοντινού 2011, με την άθλια σύμπραξη το κόμματός της με τον φιλοχουντικό ΛΑΟΣ για τη στήριξη της κυβέρνησης Παπαδήμου, μόνον οι ιστορικοί θα το αποτιμήσουν. Όχι η κ. Γεννηματά.
Και κάτι ακόμη: η αναφορά στον Κώστα Σημίτη και τα κατορθώματά του πού κολλούσε εκτός από την απεγνωσμένη της προσπάθεια να βρει ερείσματα για να διατηρήσει την τενεκεδένια κορώνα στο κεφάλι της;
Από κοντά κι ο κ. Λεβέντης. Ο πρόεδρος της Ένωσης Κεντρώων, αφού επί μακρόν επιχειρούσε να προβάλλει εαυτόν σαν τον σοφό προφήτη, δεν άντεξε και, μιλώντας για έναν πολιτικό που η παρουσία του υπήρξε σημαντική επί 60 χρόνια, ξανάφερε στον χώρο της Βουλής τις εικόνες του φραπέ και της πίτσας στα μεταμεσονύκτια show της trash TV. Ήταν τόσο προκλητικός στα όσα ατεκμηρίωτα (χρησιμοποιώ όρο επιεική) εκφωνούσε, που όλο το σώμα, αυθόρμητα τον έκραξε σε μια από τις πιο ανερμάτιστες και εγωπαθείς τοποθετήσεις του.
Εξίσου ακραίο ήταν ότι ο κ. Λεβέντης άρχισε να μιλά για το χρέος, για τον κ. Τσίπρα και να διατυπώνει νέες «προφητείες», ξεχνώντας τον λόγο για τον οποίο ανέβηκε στο βήμα.
Κατά σύμπτωση, τόσο ο κ. Λεβέντης, όσο και η κ. Γεννηματά, είναι υπέρμαχοι μιας «εθνικής συνεννόησης» και μιας «κυβέρνησης συνεργασίας», από την παρούσα πάντα Βουλή (διά τον φόβον των Ιουδαίων, διότι το 3% παραμένει για την είσοδο στην επόμενη Βουλή).
Όμως η συνεργασία απαιτεί και πολιτισμό. Ή όχι;
Η ομιλία του κ. Καμμένου με ξάφνιασε για την επιθετικότητα απέναντι στον κ. Σαμαρά και τους άλλους συνεργάτες του που εγκατέλειψαν τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη το 1993. Θεωρώ ότι το ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ των παλιών ομοϊδεατών και νυν αντιπάλων, όσο σωστά κι αν ήταν πολλά από αυτά που είπε ο κ. Καμμένος, δεν άρμοζαν στην περίσταση, όσο και αν κατέληγαν να δικαιώνουν τον εκλιπόντα. Ίσως να ταίριαζαν σε άλλη συγκυρία.

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

Η δίδυμη φτωχοποίηση του ΔΝΤ

Ανδρέας Πετρόπουλος

Πώς από τα ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας φτάσαμε στη φτωχοποίηση μισθών - συντάξεων. 
 Τι αναφέρουν στη μελέτη τους οι καθηγητές πανεπιστημίου Σ. Ρομπόλης και Β. Μπέτσης
Αν συνεχίσουμε να ακολουθούμε το βασικό επιχείρημα του ΔΝΤ για την εφαρμογή της εσωτερικής υποτίμησης, τότε θα πρέπει οι συντάξεις να αντιστοιχούν στο 55% του μέσου μισθού. Με άλλα λόγια, αν συνεχίσουμε να ακολουθούμε στο ακέραιο την ίδια λάθος συνταγή, οι απολαβές των απόμαχων της εργασίας θα πρέπει να πέσουν κοντά στα 400 ευρώ, παρόλο που έχουν ήδη μειωθεί κατά 40% την περίοδο 2010 - 2015.
Δεν πρόκειται για σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά για το προϊόν της μελέτης των καθηγητών Σ. Ρομπόλη και Β. Μπέτση, που αποδεικνύει πώς από τα από τα δίδυμα ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας (προϋπολογισμού και εξωτερικού ισοζυγίου) φτάσαμε, κυρίως μέσω των εμμονών του ΔΝΤ (όπως αποτυπώθηκαν στα δύο πρώτα Μνημόνια), στη δίδυμη φτωχοποίηση «μισθών - συντάξεων».
Όπως αναφέρουν οι δύο καθηγητές, το βασικό επιχείρημα για την εφαρμογή της εσωτερικής υποτίμησης εκ μέρους του ΔΝΤ το 2010 αφορούσε κυρίως τη σχέση μεταξύ μισθών και συντάξεων και κυρίως τον περίφημο «συντελεστή αναπλήρωσης». Τι υποστηριζόταν τότε εκ μέρους του βασικού πρωταγωνιστή των δύο πρώτων Μνημονίων; Ότι ο στιγμιαίος συντελεστής αναπλήρωσης μισθών - συντάξεων το 2010 ήταν στο 84% και το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας δεν είναι βιώσιμο. Και σήμερα, μετά από σχεδόν επτά χρόνια της ίδιας ασκούμενης πολιτικής λιτότητας, ύφεσης και περικοπών μισθών και συντάξεων, ο ίδιος συντελεστής, από το 84% το 2010, στο 98% το 2016!
Ας πάρουμε όμως με τη σειρά τα δεδομένα:
1. Το 2010, οι δανειστές υποστήριζαν ότι ο συντελεστής αναπλήρωσης του 85% ήταν πολύ υψηλός και ως εκ τούτου θεωρούσαν ότι ένας εργαζόμενος των 1.300 ευρώ μηνιαίως δεν μπορεί να χρηματοδοτεί μία μέση μηνιαία μεικτή σύνταξη ύψους 1.100 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να είναι βιώσιμο το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα στη χώρα μας. Έτσι, θεωρούσαν ότι ο συντελεστής αναπλήρωσης που μπορεί να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι 50%-55% (κύρια σύνταξη). Στη βάση αυτής της εκτίμησης των δανειστών και των ελληνικών κυβερνήσεων βασίστηκαν οι συντελούμενες διαδοχικά μειώσεις των συντάξεων.
2. Το 2016, από την κατανομή των εισοδημάτων ο μέσος μηνιαίος μεικτός μισθός ανέρχεται στα 735 ευρώ. Ταυτόχρονα, εάν λάβουμε υπόψη και τα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία του συστήματος ΗΛΙΟΣ, η μέση μηνιαία μεικτή σύνταξη ανέρχεται στα 722 ευρώ. Δηλαδή, ο στιγμιαίος συντελεστής αναπλήρωσης το 2016 (ο στιγμιαίος συντελεστής αναπλήρωσης συγκρίνει το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων και των συνταξιούχων) είναι 98%! Ο αντίστοιχος στιγμιαίος συντελεστής αναπλήρωσης το 2010 ήταν 84,5% (1.100 ευρώ μέση μηνιαία μεικτή σύνταξη και 1.300 ευρώ μέσος μηνιαίος μεικτός μισθός).
3. Τα δεδομένα αυτά αποκαλύπτουν με τον πιο εύληπτο τρόπο τη στρατηγική αλλά και τα λάθη των ασκούμενων πολιτικών των Μνημονίων. Η συνταξιοδοτική δαπάνη κατά το διάστημα 2010-2016 μειώθηκε κατά μέσο όρο 35%. Αν διαιρέσουμε τα 722 ευρώ, που είναι σήμερα η μέση μηνιαία μεικτή σύνταξη, με τα 1.300 ευρώ, που ήταν ο μέσος μηνιαίος το 2010, διαπιστώνουμε ότι ο στιγμιαίος συντελεστής αναπλήρωσης είναι 55%, γεγονός που αποκαλύπτει τη στρατηγική στόχευση των δανειστών και την ακολουθούμενη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων από το 2010, που δεν είναι άλλη από τη σημαντική μείωση του επιπέδου των συντάξεων. Όμως, το λάθος στους υπολογισμούς τους ήταν και είναι οι σημαντικές απορρυθμιστικές παρεμβάσεις στις εργασιακές σχέσεις, και γενικότερα στην αγορά εργασίας, παράλληλα με τις ασκούμενες πολιτικές της ύφεσης, της λιτότητας και της αύξησης της ανεργίας, οι οποίες, μεταξύ άλλων, επέφεραν σοβαρές μειώσεις των εισοδημάτων των εργαζομένων, με τον μέσο μεικτό μισθό του εργαζόμενου να διαμορφώνεται στα 735 ευρώ τον μήνα και τον στιγμιαίο συντελεστή αναπλήρωσης να αυξάνεται από 84,5% το 2010 στο 98% το 2016.
4. Οι δύο καθηγητές, κατά συνέπεια, θέτουν το ερώτημα: "Εάν το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα στη χώρα μας δεν ήταν βιώσιμο το 2010 με 84% συντελεστή αναπλήρωσης, πώς μπορεί να είναι σήμερα και στο μέλλον με 98% συντελεστή αναπλήρωσης"; Όπως υποστηρίζουν, "η απάντηση των δανειστών και των ελληνικών κυβερνήσεων, όπως εκφράστηκε μέχρι σήμερα με την ασκούμενη κοινωνικοασφαλιστική πολιτική, είναι ότι η 'βιωσιμότητά' του θα επιτευχθεί με τις συνεχείς μειώσεις των συντάξεων. Γι’ αυτό θεσπίστηκε νομοθετικά 'κόφτης' και στις κύριες συντάξεις, με αποτέλεσμα το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα στην Ελλάδα να μετεξελίσσεται σε μηχανισμό εξυπηρέτησης του χρέους, πτωτικής σύζευξης μισθών -συντάξεων και επιδείνωσης του επιπέδου διαβίωσης των εργαζομένων - συνταξιούχων, δηλαδή σε μηχανισμό δίδυμης φτωχοποίησης".