Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

Η «ρηχότητα του κακού»



Οι υπάλληλοι στις δημόσιες υπηρεσίες δεν έχουν δικαίωμα να είναι ευθυνόφοβοι ή αγενείς ή μη παραγωγικοί.

Δημήτρης Παπανικολόπουλος πολιτικός επιστήμονας


Αναμφίβολα, υπέστησαν πολιτικό και δημοσιογραφικό bullying στα χρόνια της κρίσης, ενώ οι αποδοχές τους μειώθηκαν πολύ και οι δημόσιες υπηρεσίες αποψιλώθηκαν. Αναμφίβολα, η αντίδρασή τους απέναντι στην αξιολόγηση που προωθούσε ο Μητσοτάκης ήταν δίκαιη, γιατί στόχευε σε απολύσεις. Δηλαδή στόχευε στην καταστρατήγηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της εργασιακής μονιμότητας στο Δημόσιο.
Όμως, όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας διαθέτουν λίστες από καθημερινές «ιστορίες τρέλας», όπου πρωταγωνιστούν αγενείς και ευθυνόφοβοι υπάλληλοι, ιστορίες που εκτείνονται βαθιά πίσω στον χρόνο. Οι πολίτες συχνά γίνονται έρμαια αντικρουόμενων διατάξεων που μόνο οι υπάλληλοι μπορούν να ερμηνεύσουν. Και ενώ μόνο οι δεύτεροι μπορούν να βοηθήσουν τους πρώτους να «βγάλουν άκρη», αυτοί συχνά αδημονούν να τους διώξουν. 
Με φιλοσοφικούς όρους, θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη «ρηχότητα του κακού». Δανείζομαι αυτή την έννοια από τη Χάνα Άρεντ, η οποία την υιοθέτησε για να περιγράψει τη συνθήκη όπου το κακό προέρχεται όχι από κάποια διαβολική πηγή, αλλά από ανθρώπους ενταγμένους σε μια γραφειοκρατική αλυσίδα εντολέων και εντολοδόχων, οι οποίοι μεταβιβάζουν ή εκτελούν άκριτα εντολές. Στην περίπτωσή μας εφαρμόζουν διατάξεις.
«Εγώ, κύριε/κυρία, σας λέω τι λέει ο νόμος», «τι βλέπω στο σύστημα» κ.λπ.
 Αυτό λένε και ξαναλένε οι υπάλληλοι όταν δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τον πολίτη, σπεύδοντας να του υποδείξουν την επόμενη δημόσια υπηρεσία στην οποία πρέπει να απευθυνθεί ή στέλνοντάς τον πίσω να φέρει ένα έγγραφο που ξέχασε να φέρει, ενώ κανείς δεν τον είχε ενημερώσει ότι χρειάζεται. 
Είναι άλλο όμως να προσπαθείς να βοηθήσεις τον πολίτη να «ξεμπερδέψει μια ώρα αρχύτερα» και άλλο να αδημονείς να τον διώξεις. Είναι άλλο να είσαι υπεύθυνος απέναντι στο νόμο και τον κανονισμό και άλλο ανεύθυνος απέναντι στον πολίτη. Είναι άλλο να συμπεριφέρεσαι σαν εκπρόσωπος του κράτους και άλλο να κάνεις αντιποίηση της εξουσίας σου απέναντι σε όποιον/α δεν έφερε το χαρτί που δεν ήταν δυνατό να ξέρει ότι έπρεπε να φέρει... Ιδού η «ρηχότητα του κακού».
Η έννοια αυτή θα μπορούσε να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερο βάθος, εάν συνδεθεί, πέρα από τη γραφειοκρατία, και με τη μονιμότητα. Είναι αλήθεια ότι η εργασιακή μονιμότητα εντός ιεραρχικών γραφειοκρατικών οργανισμών έχει στερήσει τη μεγάλη πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων από κίνητρα για βελτίωση της εργασίας τους. Δεν έχουν ούτε τον φόβο της απόλυσης, ο οποίος διακατέχει τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, ούτε την ελπίδα της βελτίωσης της θέσης ή του μισθού, καθώς η εξέλιξή τους είναι εκ των προτέρων καθορισμένη.
 Στο πλαίσιο αυτό, η επίδειξη αγένειας προς τους πολίτες-“καταναλωτές” των δημοσίων υπηρεσιών ή η έλλειψη αποτελεσματικότητας δεν επισείει απολύτως καμία αρνητική συνέπεια, με αποτέλεσμα να καθίσταται ενδημική. Ο μισθός τους δεν σχετίζεται με τον τρόπο συμπεριφοράς τους ή την παραγωγικότητά τους και αυτό καθιστά την αποτελεσματικότητα στην εξυπηρέτηση θέμα... χαρακτήρα. Έπειτα, η έλλειψη πρωτοβουλίας, δημιουργικότητας και ελπίδας για οποιουδήποτε τύπου ικανοποίηση φιλοδοξιών οδήγησε μεγάλο ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στην αγκαλιά των αρνητικών κινήτρων: βόλεμα και λιγότερη δουλειά. Η «ρηχότητα» της απουσίας κινήτρου ενίσχυσε έτι περαιτέρω το «κακό» της γραφειοκρατικής λογικής.
Η εργασιακή μονιμότητα πρέπει αναμφίβολα να διαφυλαχθεί για λόγους αποκομματικοποίησης του κράτους. Η γραφειοκρατία πρέπει να καταπολεμηθεί πρωτίστως εκ των άνω, με νομοθετικές πρωτοβουλίες. Όμως, η «ρηχότητα του κακού» αφορά τους ίδιους τους υπαλλήλους. Όπως είχε τονίσει η Χάνα Άρεντ, το ζήτημα δεν μπορεί να εξαντλείται στον γνωστό αφορισμό «φταίει το σύστημα». Υπάρχει ατομική και συλλογική ευθύνη. 
Το ανθρώπινο δυναμικό στις δημόσιες υπηρεσίες οφείλει να επιδεικνύει ευγένεια, υπευθυνότητα και παραγωγικότητα ανεξαρτήτως ποιότητας συστήματος. Το Δημόσιο δεν υπάρχει για τους δημόσιους υπαλλήλους, υπάρχει για τους πολίτες και την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών. Κι έπειτα, οι κοινωνικές συμμαχίες που χρειάζονται για την απόκρουση της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης του δημόσιου τομέα δεν χτίζονται με αντικοινωνικές συμπεριφορές.

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Ο Αλέξης Τσίπρας και οι επιλήσμονες

Γ. Τσαγκρής
Mεταλλαγμένοι και ηττημένοι, οχυρωμένοι στα σαθρά χαρακώματα της αντιπολίτευσης, υπό την αιγίδα των συστημικών μιντιαρχών και των «δημοσιογραφικών» στρατών τους, στήνουν fake news - παγίδες με τελικό στόχο τον πρωθυπουργό της χώρας.

Καθώς βγαίνουμε από την κρίση -αν πραγματικά βγαίνουμε από την κρίση- ανοίγουν καθεστωτικά στόματα, αρμοστές και πραίτορες του ευρωπαϊκού συστήματος αξιών μιλούν: «Χρησιμοποιήσαμε τα χρήματα των φορολογούμενων για να σώσουμε τις τράπεζες και ο κόσμος που επέκρινε τα πρώτα χρόνια του ελληνικού προγράμματος, λέγοντας πως όλα έγιναν για τις τράπεζες, έχει κάποιο δίκιο» ομολόγησε προ ημερών ο Γερούν Ντάισεμπλουμ.
Εκτός από πρόεδρος του Eurogroup, o Γερούν Ντάισεμπλουμ υπήρξε κορυφαίο στέλεχος του συγκυβερνώντος (μέχρι την α λα ΠΑΣΟΚ συντριβή του στις 15.03.2017) σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Ολλανδίας (Partij van de Arbeid) και, ταυτόχρονα, υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Μαρκ Ρούτε, προέδρου του Λαϊκού Κόμματος για την Ελευθερία (VVD) της συντηρητικής Δεξιάς και εν ενεργεία πρωθυπουργού της Ολλανδίας...
Θέλω να πω ότι ο Ντάισεμπλουμ είναι ένας μεταλλαγμένος - ηττημένος σοσιαλδημοκράτης τύπου Βενιζέλου και Φώφης, στέλεχος ενός μεταλλαγμένου - ηττημένου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος τύπου ΠΑΣΟΚ των Βενιζέλου και Φώφης, που συγκυβερνούσε με ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα τύπου Ν.Δ. των Σαμαρά - Μητσοτάκη, το κόμμα του Μαρκ Ρούτε∙ και να προσθέσω ότι, παρ’ όλα αυτά, και παρά το γεγονός ότι ο Ολλανδός εξακολουθεί να παραμένει ένας εκ των πλέον υψηλόβαθμων θεματοφυλάκων του ευρωπαϊκού συστήματος αξιών, αισθάνθηκε την ανάγκη να ομολογήσει ότι το σύστημα που υπηρετεί χρησιμοποίησε «τα χρήματα των φορολογουμένων» (δηλαδή τα χρήματα που, διά των Μνημονίων, λήστεψε από τους Έλληνες) για να σώσει τις τράπεζες. Και ακόμα ότι «ο κόσμος που επέκρινε (sic) τα πρώτα χρόνια του ελληνικού προγράμματος» (οι αγανακτισμένοι, δηλαδή, και εξεγερμένοι αντιμνημονιακοί Έλληνες πολίτες), «έχουν κάποιο (sic) δίκιο»...
***
Σε αντίθεση με τους «δικούς μας» μεταλλαγμένους και ηττημένους. Οι οποίοι, αν και δικασμένοι και καταδικασμένοι από τους Έλληνες μισθωτούς και συνταξιούχους σε πολιτική συντριβή (ως πρόθυμοι συναυτουργοί της ληστείας των εισοδημάτων μας για τη σωτηρία των τραπεζών), δεν ένιωσαν ποτέ την ανάγκη να ομολογήσουν την εγκληματική αυτουργία τους, οι επιλήσμονες...
Αντ’ αυτού, οχυρωμένοι εδώ και δύο χρόνια στα σαθρά χαρακώματα της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, υπό την αιγίδα των συστημικών μιντιαρχών και των «δημοσιογραφικών» στρατών τους, στήνουν fake news - παγίδες στην κυβέρνηση. Εργολαβικά, καθημερινά, αρρωστημένα: θεωρίες συνωμοσίας, απόπειρες δολοφονίας χαρακτήρων (όπως αυτές κατά του υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου), γκεμπελικά ψεύδη, συκοφαντικές ανοησίες με πολλαπλές στοχεύσεις, αλλά μία απόληξη, έναν και μοναδικό στόχο, τον Έλληνα πρωθυπουργό και πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα.
«Γιατί τον Τσίπρα;» προκύπτει η ερώτηση, αλλά αυτή είναι μια κακόβουλη και φθονερή ερώτηση, την οποία μόνο οι ίδιοι οι επιλήσμονες θα τολμούσαν να υποβάλουν δημοσίως. Εξάλλου, η ίδια ερώτηση, στη λογική - πολιτική της μορφή, απαντήθηκε από την πλειονότητα του εκλογικού σώματος όταν απεφάνθη ότι «ο Τσίπρας αξίζει τον έπαινο», δίνοντας την τρίτη νίκη στον ΣΥΡΙΖΑ (η πρώτη τον Ιανουάριο του 2015, η δεύτερη στο δημοψήφισμα) στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015.
***
Το αναλύει θαυμάσια ένα μυθικό πρόσωπο του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, ο άσπονδος φίλος του Φρανσουά Μιτεράν, Ζακ Ζιλιάρ*: «Ο Αλέξης Τσίπρας αξίζει τον έπαινο για το ότι πέτυχε να αφυπνίσει τον ελληνικό λαό, αλλά και την ίδια τη Δημοκρατία, που ήταν αποκοιμισμένη, διεφθαρμένη και κυνική. Είναι ένας εξαιρετικός εθνεγέρτης (éveilleur exceptionnel).
Αποκάλυψε το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούνται τα ιστορικά εμπόδια και τώρα το πληρώνει πολύ ακριβά, αφού είναι υποχρεωμένος πλέον να ασχοληθεί με την οικονομία και όχι πια με την ιδεολογία. Δεν μπορούμε να πούμε πόσο θα κρατήσει αυτή η κατάσταση ούτε για πόσο θα έχει λαϊκή στήριξη.
Διότι είναι κι αυτό εντυπωσιακό: ότι ο κόσμος τον ακολούθησε σε όλη τη διαδρομή, ακόμα και των δικών του μετασχηματισμών. Κι εκείνος τους οδήγησε ως το χείλος της ουτοπίας και τώρα τους οδηγεί στο χείλος του ρεαλισμού. Είναι άγνωστο τι θα μείνει στο τέλος.
Αλλά είναι σίγουρο ότι ο εκδημοκρατισμός της ελληνικής πολιτικής είναι έργο του Τσίπρα, ο οποίος επανεισήγαγε τον λαό σε ένα τοπίο όπου κυριαρχούσαν οι προνομιούχοι, οι γραφειοκράτες και οι αιώνιοι ‘παράγοντες’. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, περισσότερη σημασία έχει ο πολιτικός απολογισμός του, παρά ο κυβερνητικός απολογισμός του...”.
* Από τη συνέντευξη του ιστορικού και οργανικού διανοούμενου της λεγόμενης Δεύτερης Γαλλικής Αριστεράς Ζακ Ζιλιάρ, στη Μικέλα Χαρτουλάρη (efsyn.gr 6.12.2015)

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Υπόθεση Σαουδικής Αραβίας:Γιατί φυγομαχεί ο Ανδρ. Λοβέρδος;

 Χρήστος Αλεξίου
 
Είναι εντυπωσιακή η πολιτική επιπολαιότητα του Ανδρέα Λοβέρδου. Ενώ, εδώ και πάνω από δυο εβδομάδες έχει γίνει θαμώνας των τηλεοπτικών παραθύρων και ραδιοφωνικών σταθμών, καθώς και εφημερίδων, έχοντας υψώσει την αντιπολιτευτική παντιέρα για το θέμα της πώλησης ελληνικού στρατιωτικού υλικού στη Σαουδική Αραβία, αντί να κάτσει στη Βουλή την περασμένη Πέμπτη, και να ακούσει τι έχει να του απαντήσει ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, σε ερώτηση που ο ίδιος ο βουλευτής της ΔΗΣΥ του υπέβαλλε, προτίμησε να γίνει καπνός, και να πάει … κοινοβουλευτική συνέλευση του ΝΑΤΟ στην Ιταλία. Την οποία, όμως, όπως φαίνεται καθόλου δεν παρακολούθησε, αφού από το πρωί μέχρι το βράδυ βγαίνει τηλεφωνικά σε εκπομπές για να μιλήσει για το θέμα της Σ. Αραβίας. Τσάμπα τα έξοδα που του πλήρωσε η Βουλή για να πάει Ιταλία...
 
Άραγε, για ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως διατείνεται ο ίδιος, είναι σοβαρή αυτή η στάση; Εκτός κι’ αν επέλεξε να φυγομαχήσει και την ερώτηση που υπέβαλε στον Νίκο Κοτζιά, την έκανε για τα μάτια του κόσμου. Όπως και να ’χει, ο υπουργός Εξωτερικών την επόμενη εβδομάδα θα λείπει σε προγραμματισμένο - εδώ και τρείς εβδομάδες - ταξίδι στην Ινδία, Σιγκαπούρη και Νότια Κορέα.

Ας ελπίσουμε να μην βγει τώρα ο Α. Λοβέρδος με τίποτα «δεκάρικους» και να ισχυρίζεται ότι την ευθύνη την έχει ο υπουργός Εξωτερικών. Εκτός κι αν θεωρεί ότι για χάρη του έπρεπε να αναβάλει ο Ν. Κοτζιάς το ιδιαιτέρως σημαντικό ταξίδι σε αυτές τις τρείς χώρες, εκ των οποίων σε μια μεγάλη παγκόσμια δύναμη, την Ινδία. Για να επικαλεστεί κάτι τέτοιο, βέβαια, θα πρέπει να δικαιολογήσει το γιατί ο ίδιος επέλεξε να «παραλείψει» την κοινοβουλευτική διαδικασία της απάντησης για ένα σοβαρότατο θέμα, όπως διατείνεται, και να πάει ταξίδι στην Ιταλία.
 
Ως γνωστόν, εξαιτίας της απουσίας Λοβέρδου από την Ελλάδα, την περασμένη Πέμπτη, η συζήτηση επί της ερωτήσεως του βουλευτή της ΔΗΣΥ, αναβλήθηκε για την ερχόμενη Πέμπτη. Οπότε, όμως, θα λείπει ο Ν. Κοτζιάς. Καθίσταται εμφανές ότι ο Ανδρέας Λοβέρδος, όπως και η Νέα Δημοκρατία, προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο και να κρατήσουν το θέμα της Σ .Αραβίας όσο περισσότερο γίνεται στην επικαιρότητα ώστε να αιωρούνται σκιές πάνω από κυβερνητικά στελέχη, όπως σε βάρος του υπουργού Εξωτερικών. Στο μεταξύ, ως περιφερόμενος θίασος, διαρρέουν δεξιά και αριστερά «απόρρητα» έγγραφα. Άραγε, έναντι ποίου τιμήματος τους τα παραχώρησαν οι επίορκοι κρατικοί λειτουργοί που τους τα έδωσαν; Διότι, είναι προφανές, ότι, προτού φτάσουν στα χέρια των Λοβέρδου και ΝΔ, κάποιοι κρατικοί υπάλληλοι ή παράγοντες κρατούσαν «απόρρητους» αυτούς τους φακέλους.
 
Τόσο ο κ. Λοβέρδος, όσο και ορισμένοι «νεροκουβαλητές ειδήσεων», αναπαράγουν τη λάσπη ότι ο υπουργός Εξωτερικών ήξερε -δήθεν- από το τέλος του 2016 ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το θέμα της Σ. Αραβίας, αλλά δεν έκανε τίποτα. Είναι σίγουροι ότι είναι έτσι τα πράγματα; Διότι, εάν πράγματι έχουν στα χέρια τους όλα τα «απόρρητα» έγγραφα, τότε θα γνωρίζουν πολύ καλά ότι και αυτό δεν συμβαίνει, και ότι εκεί μέσα γράφονται πολλά άλλα τα οποία κινούνται στο εντελώς αντίθετο μήκος κύματος από όσα έχει «διαρρεύσει» έως τώρα η αντιπολίτευση. Εκτός κι αν τα ξέρουν όλα αυτά, αλλά χρησιμοποιούν μόνον ό,τι τους βολεύει από τα «απόρρητα».
 
Εάν καταργούσε το «ποινολόγιο» ο Κοτζιάς, όπως έγραψε ο γνωστός υμνητής των μνημονίων, με προϋπηρεσία στις Ένοπλες Δυνάμεις κάπου εκεί στα... «σύνορα» της Κλαυθμώνος, αναφερόμενος στην ανακοίνωση του υπουργού Εξωτερικών για το απαράδεκτο φαινόμενο της διαρροής «απορρήτων» εγγράφων, και έβγαζε στη δημοσιότητα τα «απόρρητα» για το θέμα, τότε να ήταν σίγουρος και ο «αρθρογράφος» και ο Α. Λοβέρδος, ότι δεν θα είχαν που να κρυφτούν. Το ότι δεν το κάνει, ας μην το θεωρούν γνώρισμα αδυναμίας. Αντίθετα, είναι δείγμα υπευθυνότητας στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας και της διεθνούς εικόνας της. Πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για τις σχέσεις με μια σημαντική διεθνώς χώρα, όπως η Σαουδική Αραβία, η οποία, ως γνωστόν, τελευταία δεν διάγει περίοδο έντασης στις σχέσεις της με την Τουρκία. Κάτι που αφορά άμεσα την Ελλάδα.
 
Οι αμπελοφιλοσοφούντες περί «ποινολόγιου Κοτζιά», οι οποίοι ισχυρίζονται ότι διαρρέουν τα «απόρρητα» για να «λάμψει η αλήθεια», καλό θα ήταν να απαντήσουν: Δέχονται ή όχι τους νόμους που υπάρχουν στη χώρα (μάλιστα ψηφίστηκαν επί κυβερνήσεως ΝΔ το 2004) περί της διαβάθμισης των κρατικών εγγράφων; Αν όχι, μπορούν να ζητήσουν να αλλάξουμε τους νόμους.

Θεωρούν σκόπιμο κάθε μικροκομματικός σπεκουλαδόρος να κυκλοφορεί με έναν φάκελο παραμάσχαλα και να τα μοιράζει σε «φίλια» συγκροτήματα Τύπου, όπως, άλλωστε, και τα προσωπικά δεδομένα ασθενών AIDS παλαιότερα; Είναι γνωστό ότι Νέα Δημοκρατία και Α. Λοβέρδος, κατά την περίοδο της συγκυβέρνησης, κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες για να μετατρέψουν την Ελλάδα σε μπανανία και κράτος φαιδρής πορτοκαλέας. Περιμένουμε να δούμε τι έχουν να απαντήσουν για τα «απόρρητα» που αποδέσμευσε το FBI και έδωσε στην ελληνική Δικαιοσύνη, για το σκάνδαλο της Novartis.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Για τη βία της οκτωβριανής επανάστασης


Δ. Παπανικολόπουλος


Η δημοκρατία έπεσε θύμα όχι τόσο της ιδεολογίας των μπολσεβίκων, αλλά κυρίως της αναγκαιότητας, της έλλειψης δημοκρατικής κουλτούρας, καθώς και της επικράτησης του Στάλιν


Η βία της επανάστασης του 1917 φέρνει πάντα σε αντιπαράθεση τη Δεξιά και την Αριστερά, ενώ η βία του σοβιετικού καθεστώτος μεταφέρει τη διαφωνία εντός της Αριστεράς. Τα σημεία διένεξης είναι βασικά τα εξής: η κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους διά της βίας, η διάλυση της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, οι βίαιες επιτάξεις σιτηρών και η τρομοκρατία επί πολεμικού κομμουνισμού, η βίαιη εκβιομηχάνιση και αγροτική κολεκτιβοποίηση, καθώς και η οικοδόμηση του ολοκληρωτικού αστυνομικού κράτους με τις εκκαθαρίσεις και τα γκούλαγκ.
Αρχικά, πρέπει να πούμε πως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κράτος που προέκυψε από την Οκτωβριανή Επανάσταση δεν είχε σχέση με το «μαρασμό του κράτους» που επαγγέλθηκε ο Λένιν, ενώ ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» δεν είχε καμία σχέση με σοσιαλισμό. Αυτό οφείλεται σε εγγενή τάση του μπολσεβικισμού, όπως υποστηρίζουν οι δεξιοί, ή σε ένα μείγμα αναγκαιότητας και πολιτικής διαμεσολάβησης, όπως υποστηρίζουν οι αριστεροί; Ας εξετάσουμε τους κύριους λόγους διολίσθησης στη βία έναν προς έναν:
Η ιδεολογία των μπολσεβίκων
Είναι αλήθεια ότι η μαζική επαναστατική βία προκρινόταν ανέκαθεν ως το μέσο για να καταλυθεί το τσαρικό καθεστώς, όμως η ιστορική εμπειρία έχει καταδείξει ότιτα δεσποτικά καθεστώτα δεν πέφτουν αλλιώς όσον αφορά δε τη βία έναντι της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, αυτή στόχευε τις παρατάξεις που δεν επιθυμούσαν την κοινωνική ολοκλήρωσήτης επανάστασης. Κατά τα λοιπά, οι μπολσεβίκοι αποφάσιζαν μετά από εξαντλητική συζήτηση στο εσωτερικό τους, ευαγγελίζονταν ένα καθεστώς που θα καταργούσε τη βία της εκμετάλλευσης, ενώ ήταν οι μόνοι που ήταν κατά της βίας του πολέμου, υπέρ της δημοκρατίας των σοβιέτ και της αυτοδιάθεσης των λαών. Δυστυχώς ήταν οι μόνοι που ήταν κατά της συνέχισης της εμπλοκής στον πόλεμο, εμπλοκής που αποφάσισε ο Τσάρος.
Ο εμφύλιος και ο εξωτερικός πόλεμος
Δεν υπάρχει κανείς που να μην αναγνωρίζει πως η «κόκκινη τρομοκρατία» ήταν σύστοιχη με τη «λευκή τρομοκρατία» και καθοριστική στην αντιμετώπιση των συντονισμένων ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, των πραξικοπηματικών ενεργειών των τσαρικών αξιωματικών και των δολιοφθορών σοσιαλεπαναστατών, μενσεβίκων και αναρχικών. Μέχρι τον Απρίλιο του 1918, οι μπολσεβίκοι δεν είχαν ασκήσει τρομοκρατία στους αντιπάλους τους. Η σφαγή του προλεταριάτου στη Φινλανδία όμως τους κατέστησε σαφές τι επρόκειτο να πάθουν εάν παρέμεναν ανεκτικοί. Οι φιλελεύθεροι ιστορικοί και πολιτικοί, οι οποίοι φροντίζουν να εστιάζουν αποκλειστικά στην «κόκκινη τρομοκρατία» ξεχνώντας παραδόξως από ποια τρομοκρατία (βλ. αγγλική και γαλλική επανάσταση) γεννήθηκε η παράταξή τους, ισχυρίζονται ότι οι μπολσεβίκοι ήταν φανατισμένοι, λες και οι αντίπαλοί τους ήταν ανεκτικοί ή λες και οι πόλεμοι κερδίζονται χωρίς ακλόνητη πίστη και αποφασιστικότητα. Δεν χρειάζεται να είσαι στρατιωτικός νους ούτε πολιτικός επιστήμονας για να κατανοήσεις ότι παντού και πάντα η παρατεταμένη πολεμική προσπάθεια οδηγεί αναπόφευκτα στη γιγάντωση της κρατικής εξουσίας.
Ο κίνδυνος του λιμού
Οι αγρότες δεν ήθελαν να στέλνουν το πλεόνασμα της παραγωγής τους στις πόλεις με αποτέλεσμα οι επιτάξεις των σιτηρών να γενικευτούν και να λάβουν βίαιο χαρακτήρα, ιδιαίτερα την περίοδο του πολεμικού κομμουνισμού. Τις επιτάξεις συνόδευσαν ουκ ολίγα έκτροπα σε βάρος των αγροτών, κυρίως των πλουσίων. Οι αγρότες ήθελαν να κερδοσκοπούν σε βάρος των αστικών στρωμάτων, τη στιγμή που οι πόλεις απειλούνταν συστηματικά με λιμό. Η βία προς τους αγρότες έχει ευρέως κατακριθεί ειδικά από το δεξιό φάσμα των σχολιαστών. Αυτή η κριτική ενέχει μεγάλη δόση υποκρισίας, όταν προέρχεται από την πλευρά των απολογητών του καπιταλισμού, δεδομένου ότι το πρόβλημα της άνισης ανταλλαγής μεταξύ πόλης και υπαίθρου λύθηκε σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη με τη βία: τη βία των περιφράξεων, τη βία των αστικών επαναστάσεων ή την υποχρεωτική υπαγωγή του αγροτικού πληθυσμού στον έλεγχο των τραπεζών μέσω των δανείων (βλ. ελληνική περίπτωση). Οι αγρότες δεν εντάχθηκαν ποτέ οικειοθελώς στην εθνική και διεθνή οικονομία με τους όρους της αγοράς, που εξασφαλίζει μεταφορά πόρων από την ύπαιθρο στην πόλη. Ομοίως, οι κριτικές της βίας απέναντι στις μεσαίες τάξεις (συμπεριλαμβανομένων των πλούσιων αγροτών) εδράζονται στις ιδέες περί ελευθερίας του πλουτισμού και περί φυσικότητας των ανισοτήτων. Με άλλα λόγια, η βία ενάντια στην εκμετάλλευση είναι κατακριτέα, ενώ η εκμεταλλευτική βία όχι.
Η ανάγκη οικονομικής ανόρθωσης μιας διαλυμένης χώρας
Ο πόλεμος και η κατάρρευση του τσαρικού κράτους δημιούργησαν μια χαώδη κατάσταση την οποία κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι μπολσεβίκοι. Αναντίρρητα η προσπάθεια αυτοδιαχείρισης των εργοστασίων επέτεινε το οικονομικό χάος. Η υπαγωγή της οικονομίας στο κράτος έγινε με τη βία και κόστισε πολλά θύματα. Από την άλλη όμως η ανόρθωση ήρθε και μάλιστα η ανθεκτικότητα του κεντρικού σχεδιασμού στην κρίση του 1929 ενέπνευσε την αύξηση του κρατικού παρεμβατισμού στις οικονομίες της Δύσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία επιβλήθηκε στον ρωσικό λαό από τα πάνω με δικτατορικές μεθόδους. Ωστόσο, οποιαδήποτε σύγκριση με την τσαρική οικονομία και κοινωνία είναι αστεία. Ο τσαρισμός κρατούσε δέσμιο έναν τεράστιο λαό στις λάσπες της ρωσικής γης και στα σκοτάδια του Μεσαίωνα, ενώ ο κομμουνισμός τον μετέφερε βίαια στη νεωτερικότητα (παιδεία, επιστήμη, αθεΐα, υγεία, στέγαση, θέση της γυναίκας). Ομοίως, η βίαιη εκβιομηχάνιση έκανε εφικτή τη νίκη απέναντι στη φονικότερη πολεμική μηχανή που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο πλανήτης: τον ναζισμό.
Η πολιτική κουλτούρα του πληθυσμού
Ένας πληθυσμός που δεν είχε γνωρίσει τίποτε άλλο από δεσποτισμό ήταν δύσκολο να στηρίξει την υπέρτατη μορφή δημοκρατίας. Οι μπολσεβίκοι το ήξεραν αυτό, γι’ αυτό προσέβλεπαν στα πιο ανεπτυγμένα έθνη της Ευρώπης. Στη Ρωσία του 1917 δεν υπήρχε κοινωνία πολιτών ικανή να αντισταθεί στις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Τα σοβιέτ δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν την έλλειψη δημοκρατικής παιδείας, ούτε να αντισταθούν στον πειρασμό της έκφρασης συντεχνιακών (εργατικά σοβιέτ) ή τοπικιστικών (αγροτικές κοινότητες) συμφερόντων. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχαν εντός της κοινωνίας μεγάλα εμπόδια στην αναστήλωση της απόλυτης εξουσίας.
Η έκβαση της πολιτικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό των μπολσεβίκων.
Η πολιτική έπαιξε ρόλο. Ο θάνατος του Λένιν και η περιθωριοποίηση του Τρότσκυ ήραν και τα τελευταία εμπόδια προς την εγκαθίδρυση του σταλινικού ολοκληρωτικού κράτους και κρατικού μηχανισμού. Το γεγονός βέβαια ότι η πολιτική αντιπαράθεση σε ανώτατο επίπεδο είχε τόσο βαρύνοντα ρόλο για το μέλλον της δημοκρατίας στη νεοσύστατη ΕΣΣΔ σημαίνει ότι τα προγνωστικά ήταν από την αρχή εναντίον της δημοκρατίας. Αν στη Γαλλική Επανάσταση «ο λαός οδήγησε τους οδηγητές του», σύμφωνα με τη φράση του Μισελέ, στη Ρώσικη Επανάσταση ίσχυσε το αντίστροφο: το κόμμα της πρωτοπορίας οδήγησε το λαό.
Η δημοκρατία επομένως έπεσε θύμα όχι τόσο της ιδεολογίας των μπολσεβίκων, αλλά κυρίως της αναγκαιότητας (να νικηθούν οι αντίπαλοι, να ανορθωθεί η οικονομία και να βγει η κοινωνία από το Μεσαίωνα), της έλλειψης δημοκρατικής κουλτούρας, καθώς και της επικράτησης του Στάλιν. Η νίκη της επανάστασης μας δίδαξε ότι πρέπει να σκεφτόμαστε την πολιτική χωρίς αναγωγισμούς, αλλά η ήττα της ότι πρέπει να το κάνουμε λαμβάνοντας υπόψη τους δομικούς περιορισμούς.

Μεταρρυθμιστικό κέντρο...και κοινωνικός αυτοματισμός!!!

«Στην Ελλάδα, η ισχυρότερη κοινωνική ομάδα είναι οι αυτοαπασχολούμενοι. Σε αυτήν ανήκουν οι αγρότες, οι βιοτέχνες, οι επαγγελματίες, οι έμποροι, οι μικροί επιχειρηματίες» ισχυρίστηκε ο Κ. Σημίτης
 Χρήστος Σίμος

Μία από τις πιο συνηθισμένες κατηγορίες που εξαπολύονται εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ από τον χώρο των «μεταρρυθμιστικών» δυνάμεων είναι ότι αυτός ασκεί πολιτική που διχάζει τη χώρα. Κυριάκος Μητσοτάκης, Φώφη Γεννηματά, Σταύρος Θεοδωράκης, Ευάγγελος Βενιζέλος, Κώστας Σημίτης και όλοι όσοι τους ακολουθούν δεν παύουν να χρεώνουν στον ΣΥΡΙΖΑ την κατηγορία (;) του διχασμού, τόσο για την περίοδο που βρισκόταν στη θέση της αντιπολίτευσης όσο και σε αυτή που βρίσκεται στην κυβέρνηση. Λόγω του ειδικού κύρους που απολαμβάνει στον συγκεκριμένο χώρο, ο Κ. Σημίτης αποτελεί σημείο αναφοράς. Συνεπώς, η ανάγνωση των βασικών κειμένων του επαρκεί για την κατανόηση όλων των υπολοίπων.
«Στην Ελλάδα, η ισχυρότερη κοινωνική ομάδα είναι οι αυτοαπασχολούμενοι. Σε αυτήν ανήκουν οι αγρότες, οι βιοτέχνες, οι επαγγελματίες, οι έμποροι, οι μικροί επιχειρηματίες» ισχυρίστηκε ο Κ. Σημίτης1 αναφερόμενος στην πολιτική του «εκσυγχρονισμού» που άσκησε κατά την περίοδο που ήταν πρωθυπουργός. Η ισχυρότερη ομάδα, λοιπόν, της ελληνικής κοινωνίας είναι οι αυτοαπασχολούμενοι, γι’ αυτό και, σύμφωνα με τον γκουρού των απανταχού «μεταρρυθμιστών», η ισχύς τους θα πρέπει να περιοριστεί προς όφελος... της Ελλάδας. Για ποιο λόγο αυτοί είναι οι ισχυρότεροι; Γιατί έτσι. Αφού, λοιπόν, υπάρχουν ισχυροί, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν και ανίσχυροι. Κι αυτό γιατί δεν εμπίπτει στην κατηγορία του διχαστικού λόγου; Μα διότι εκφέρεται από αυτόν που κατέχει το κοκαλάκι του εκσυγχρονισμού, ο οποίος είναι και αντί-λαϊκιστικός και ενωτικός, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο. Πώς είναι δυνατόν οι αυτοαπασχολούμενοι να διαθέτουν περισσότερη ισχύ από τους βιομήχανους, τους τραπεζίτες, τους εφοπλιστές; Το ερώτημα, προφανώς, δεν απαντιέται, γιατί στη συγκεκριμένη οπτική το ερώτημα αυτό δεν μπορεί καν να τεθεί.
Ποιες άλλες κοινωνικές ομάδες ανήκουν στους ισχυρούς σύμφωνα με τον ίδιο; «Οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν επίσης μια ισχυρή ομάδα πίεσης, αρκετά διαφορετική από τους υπόλοιπους εργαζόμενους». Για ποιο λόγο; «Οι υπάλληλοι, έτσι, σχετίζονται με την εκάστοτε εξουσία, έχουν λόγο στα πράγματα και ρυθμίζουν τα θέματά τους με ευνοϊκό τρόπο. Όντας εξασφαλισμένοι από την ημέρα του διορισμού τους, έχουν τη δυνατότητα να ασκούν επικουρικές δραστηριότητες για να αυξήσουν το εισόδημά τους και να προγραμματίσουν τη ζωή τους από θέση 'σχετικής ασφάλειας'». Ο Κ. Σημίτης, όπως προκύπτει από τα λεγόμενά του, θεωρεί ως προβληματικό στοιχείο να έχουν λόγο στα πράγματα οι δημόσιοι υπάλληλοι. Προβληματικό επίσης βλέπει και το ότι σχετίζονται με την εξουσία. Προβληματική επίσης βρίσκει και την αναζήτηση ασφάλειας. Πού εντοπίζεται το πρόβλημα; Ποιος εκφράζει το κοινό καλό; Πιο συγκεκριμένα: Ποιος εξέφραζε το κοινό καλό κατά την πρωθυπουργία του; Το Χρηματιστήριο, η Ολυμπιάδα, τα εξοπλιστικά προγράμματα, η Siemens και τόσα άλλα ακόμα αποτελούν αδιάψευστο τεκμήριο, άλλωστε, για την ειλικρίνεια των προθέσεων αλλά και, το πιο σημαντικό, για το αποτέλεσμα.
«Τα συνδικάτα έχουν έντονο συντεχνιακό χαρακτήρα, επηρεάζονται από τα κόμματα και ασκούν πελατειακή πολιτική» ισχυρίζεται ο ίδιος. Και συνεχίζει: «Έχουν μικρό μέγεθος και εκπροσωπούν τα ειδικά συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων. Ακόμη και στις συνομοσπονδίες τους, όπως η ΑΔΕΔΥ (Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων), επικρατούν οι συντεχνιακές επιδιώξεις και όχι μια ευρύτερη αντίληψη για τη βελτίωση της θέσης του συνόλου των εργαζομένων». Με άλλα λόγια: Μόνο ο εκσυγχρονισμός ενσαρκώνει το συνολικό. Όλοι οι υπόλοιποι, δηλαδή οι αυτοαπασχολούμενοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι και τα συνδικάτα, είναι αυτοαναφορικοί.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφερόμενος στις «καθυστερήσεις» που παρουσιάζει η χώρα, ο Κ. Σημίτης σημειώνει: «Στην Ελλάδα, υπό την εξουσία του κυβερνητικού κέντρου δεν βρισκόταν μόνο η Δημόσια Διοίκηση αλλά και, σε μεγάλο βαθμό, η Παιδεία, η Υγεία, οι μεταφορές, οι επικοινωνίες, η ενέργεια, το τραπεζικό σύστημα». Ποιος θα ωφεληθεί από την... απελευθέρωση; Ποιος άλλος εκτός από τον εκσυγχρονισμό;

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Να υπερασπιστούμε τη φορολογία


 Γιώργος Κυρίτσης
  Η Αριστερά, σε όλες τις εκδοχές της, δεν είναι, ούτε ήταν ποτέ, ούτε εδώ ούτε οπουδήποτε αλλού, κατά της φορολογίας.
Επιτέλους, το ζήτημα της φορολογίας μπήκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου με πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους. Αυτό συνέβη μέσα από μια συγκυρία κατά την οποία είναι ταυτόχρονα στην επικαιρότητα από τη μία το κοινωνικό μέρισμα και από την άλλη το σκάνδαλο των Paradise Papers. ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ., τοποθετήθηκαν συνδυαστικά στα ζητήματα αυτά και οι οπτικές είναι σαφείς: Ο ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι μεγάλο μέρος του μερίσματος προέρχεται από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, αλλά και ότι οι πλούσιοι έχουν δημιουργήσει το θεσμικό πλαίσιο ώστε να μη φορολογούνται, κρύβοντας τα λεφτά τους σε φορολογικούς παραδείσους. Αυτό έχει αποτέλεσμα το βάρος της φορολογίας να το σηκώνουν οι εργαζόμενες τάξεις. Η τοποθέτηση αυτή απευθύνεται και στην υπερφορολογούμενη μεσαία τάξη, δείχνοντας ότι δεν της φταίει το κράτος πρόνοιας, αλλά η φορολογική ασυνειδησία της αστικής τάξης, κάτι που ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να αντιμετωπίσει.
Η Ν.Δ., διά του αντιπροέδρου της Άδωνι Γεωργιάδη, απάντησε ότι δεν είναι κακό να κρύβεις τα χρήματά σου σε off shore για να μην υπερφορολογηθείς από την κυβέρνηση. Τα Paradise Papers είναι υπόθεση παγκοσμίων διαστάσεων και αντιμετωπίζεται παντού στον κόσμο ως σκάνδαλο, αν μη τι άλλο ηθικό. Μόνο για τη Νέα Δημοκρατία φαίνεται ότι δεν τρέχει τίποτα. Από το «νόμιμο, άρα και ηθικό» του Βουλγαράκη, πέρασε στον απόλυτο κυνισμό. Δεν είναι σαφές αν η νέα αυτή τοποθέτηση προκύπτει ευθέως από την εμπλοκή της συζύγου του Κ. Μητσοτάκη στα P.P. ή αν είναι «η ψυχή της παράταξης» αυτή που μιλάει με ηχείο τον κ. Γεωργιάδη.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για το κοινωνικό μέρισμα στη Βουλή αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ. Αντί να επικεντρωθεί στο «ποιος θα πάρει πόσα», να βάλει με έμφαση το θέμα της φορολόγησης και να εξηγήσει πώς βλέπει η Αριστερά το θέμα. Και η Αριστερά, σε όλες τις εκδοχές της, δεν είναι, ούτε ήταν ποτέ, ούτε εδώ ούτε οπουδήποτε αλλού, κατά της φορολογίας. Ούτε -τα δύο συνδέονται- είναι η Αριστερά υπέρ του μικρού κράτους. Αυτά είναι ταυτοτικά χαρακτηριστικά της Δεξιάς. Ανταποκρίνονται στην αντίληψη και στις ανάγκες των πολύ πλούσιων και στρέφονται κατά των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων. Σε μια χώρα με ιστορικά διαμορφωμένη αντιφορολογική κουλτούρα, η συζήτηση αυτή είναι δύσκολη, αλλά, αν φιλοδοξούμε ως Αριστερά να αλλάξουν τα πράγματα σε βάθος, το θέμα είναι ακρογωνιαίο.

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Η κεντρομόλος δύναμη του συστήματος Ν.Δ. με δυο δορυφόρους



 Σταμάτης Θεοδωρόπουλος

Αυτό που επιχειρείται σήμερα δεν είναι καθόλου μα καθόλου ανόητο. Είναι η απόλυτη επίθεση του συστήματος το οποίο στήνει τον μηχανισμό εξουσίας από την αρχή.

Πριν κάποιο χρονικό διάστημα είχα γράψει για τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη πως δεν είναι διόλου ανόητος μα αντιθέτως είναι επικίνδυνος, τόσο ο ίδιος, όσο και ολόκληρη η παράταξη της Δεξιάς.
Δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά άλλωστε αν σκεφτεί κανείς το απλό, πως δηλαδή η ελίτ της σήψης της ελληνικής πραγματικότητας, η οποία στηρίζει την παράταξη αυτή ως αφεντικό της, δεν θα άφηνε τα ηνία της σε κάποιον ανόητο αλλά αντιθέτως σε έναν εξαιρετικά συνεπή και υπάκουο υπάλληλο της που θα εκτελέσει κατά γράμμα και με ακρίβεια τις εντολές της, ακολουθώντας τον σχεδιασμό προς την ανάκτηση των συμφερόντων της τα οποία και διαταράχθηκαν με την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση της χώρας.
Ένα αρκετό χρονικό διάστημα πίσω, η παράταξη της δεξιάς, μην μπορώντας να ανταπεξέλθει επαρκώς στην πολιτική ατζέντα ως αντιπολίτευση, έσπευσε να κάνει άνοιγμα στην «πιο πέρα» δεξιά, την πιο μαύρη-ακραία από την ίδια δεξιά, στοχεύοντας το ακροατήριο της τελευταίας με μια ρητορική που δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις περασμένες σκοτεινές δεκαετίες της καταγεγραμμένης νεοελληνικής ιστορίας.
Το «έργο» αυτό εξάλλου το ανέλαβαν εξ’ αρχής και πριν καν ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει ως κυβέρνηση, υπό τις εντολές του τότε πρωθυπουργού κ. Αντώνη Σαμαρά, οι κ.κ. Αδ.Γεωργιάδης και Μ. Βορίδης, όπως και ο κ. Δένδιας, γνωστοί άπαντες για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και την ..δημοκρατική διαδρομή τους.
Το σύστημα «έβλεπε» - «προέβλεπε» - «διάβαζε» το μέλλον και μεριμνούσε ήδη.
Το ακροατήριο αυτό, της πιο «πέρα» ακραίας Δεξιάς. ίσως να μην είναι τόσο μεγάλο όσο οι ίδιες οι ανάγκες συσπείρωσης όλου του παμπάλαιου κατεστημένου της χώρας, μα είναι ένας χώρος εύκολης προσέγγισης από τους πιο πάνω «ρήτορες» ως γέννημα και θρέμμα αυτής και κάθε εκμετάλλευση εκλογικού ποσοστού είναι απολύτως αναγκαία, κατά αυτούς, για την ολοκλήρωση του σχεδίου «επανάκτησης».
Στον ίδιο πολιτικό χρόνο, το σύστημα αυτό μπροστά στον καταποντισμό του άλλοτε κραταιού εταίρου της εξουσίας ΠΑΣΟΚ και στην αδυναμία συγκέντρωσης σοβαρών ποσοστών άλλων «εφεδρειών» (βλέπε ΔΗΜΑΡ) οι οποίες είχαν συμμετοχή σε παλιότερες κυβερνητικές συνεργασίες, προσφέροντας τους με ευχαρίστηση  τον «πολιτικό» τους όβολο, επιχείρησε να φτιάξει έναν νέο πόλο από τα αριστερά της Ν.Δ. και στην περιοχή του κέντρου, αυτόν του «Ποταμιού», επενδύοντας στην δημοφιλία ενός δημοσιογράφου ο οποίος πολιτικά κινείτο σε αυτήν την περιοχή.
Η αποτυχία παταγώδης καθώς τίποτα το νέο δεν έφερνε, τίποτα το καινούργιο δεν έλεγε σε μια Ελλάδα η οποία δε βρισκόταν τότε στο χείλος του γκρεμού αλλά είχε πέσει από αυτόν και ματωμένη προσπαθούσε να γαντζωθεί σε μια μονόδρομη αναρρίχηση χωρίς αναπνοή και κουράγια.
Αντιθέτως αυτό που κατάφερε είχε αντίθετα αποτελέσματα. Κατακερμάτισε περισσότερο το χώρο των πάλαι ποτέ «Κυβερνητικών εταίρων» ενώ παράλληλα οι τριγμοί του καλοκαιριού του 2015 δεν κατάφεραν να επιφέρουν το «λυτρωτικό Μάννα εξ ουρανού» για το παλιό σύστημα πλήγμα στον ΣΥΡΙΖΑ και η πολυδιαφημισμένη «Αριστερή Παρένθεση» άρχισε να φθίνει και να ξεθωριάζει με το πέρασμα του χρόνου.
Οπότε μοναδική ελπίδα για το ίδιο το σύστημα είναι η προσπάθεια επανασύνδεσης όλου εκείνου του κατακερματισμένου κομματιού του «αντίπαλου-συνεταίρου» Κέντρου, ώστε να ανακτήσει εκλογικά ποσοστά, ικανά για μετεκλογική συνεργασία με την Δεξιά.
Βεβαίως όλα τα παραπάνω δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση  «γεωγραφικά» τον πολιτικό όρο Κεντροαριστερά τον οποίο και χρησιμοποιεί κατά κόρον όλο αυτό το συνονθύλευμα που αποτελεί τον (υποτιθέμενο) νέο φορέα, επιχειρώντας να επαναφέρει μερίδα προοδευτικών και ουδόλως  δεξιών ψηφοφόρων οι οποίοι τους γύρισαν από καιρό την πλάτη.
Αυτό που επιχειρείται σήμερα λοιπόν δεν είναι καθόλου μα καθόλου ανόητο.
Είναι η απόλυτη επίθεση του συστήματος το οποίο στήνει τον μηχανισμό εξουσίας από την αρχή.
Το μεγάλο πρόβλημα του και που ίσως αποτελεί και την ίδια την απάντηση στον πιο πάνω σχεδιασμό, δεν είναι άλλο από τις μεγάλες λαϊκές μάζες προοδευτικών, αριστερών και δημοκρατών ψηφοφόρων οι οποίες, αν κρίνει κανείς από τη συμμετοχή στις εκλογές ανάδειξης ηγέτη του κατ’ ευφημισμόν «νέου φορέα» της 12ηςΝοεμβρίου, συνεχίζουν να τους γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη.
Αλλά και κάτι ακόμα, εξαιρετικά σημαντικό κατά την γνώμη μου.
Το παλαιό σύστημα άλλαξε τη θέση των κομμάτων που το στηρίζουν στην σκακιέρα και με Κέντρο (επιχειρήσεων) τη Ν.Δ. αντλεί πλέον δυνάμεις και δεξιά και (υποτιθέμενα) αριστερά αυτής.
Το μέλλον δεν θα είναι εύκολο και η επίθεση ενός συστήματος το οποίο είχε μάθει ουδείς να του αντιστέκεται και να παίζει κομπολόι της χάντρες της εξουσίας, προβλέπεται σφοδρή.
Μπροστά έχουμε αναμφίβολα την σύγκρουση δυο κόσμων και σε αυτό το σημείο ουδείς μπορεί να μείνει αμέτοχος.
Τόσο ο προοδευτικός δημοκρατικός κόσμος της Ελλάδας όσο και «οι εξ αριστερών» του ΣΥΡΙΖΑ σύντροφοι, με τις όποιες διαφωνίες τους, δίκαιες η άδικες, αυτό μένει να κριθεί, θα πρέπει να επιλέξουν σε πια από τις δυο παλάντζες, σε ποιον από τους δυο κόσμους θα τους κατατάξει και θα τους καταγράψει η ιστορία.
Ούτως η άλλως (και δε νομίζω πως υπάρχει αμφιβολία από κανέναν), μια επανάκαμψη του παλαιού συστήματος στην εξουσία, με αυτές τις συμμαχίες τις οποίες θα πρέπει να «ταΐσει» με κάτι, ως επιβράβευση της στήριξης τους προς αυτό, θα επιφέρει μαρτυρικές ημέρες στην Αριστερά (σε όλο το μήκος και πλάτος της), στην πρόοδο και στην Δημοκρατία και τα πογκρόμ δεν κάνουν διαχωρισμούς.
Ή μήπως κάνουν;
Όπως και να έχει το παλαιό σύστημα ούτε χιούμορ έχει, ούτε ανόητο είναι.
Βαθιά. βαθύτατα επικίνδυνο είναι και μόνο και ήδη με την πρακτική του επιβάλλει πνιγμό στη δημοκρατία, τον πλουραλισμό και τη διαφορετικότητα της άποψης.

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Γερά-Γερά με τον...Κουφοντίνα

Το πρόβλημα είναι ότι αυτό που διαβλέπουν, καταλαβαίνουν και δηλώνουν σχεδόν στο σύνολό τους οι πολιτικοί παράγοντες της Ευρώπη, ακόμα και οι σκληροπυρηνικοί του ΔΝΤ, δεν θέλουν να το δουν οι κήρυκες του χάους και της καταστροφής στο εσωτερικό της χώρας
Του Γιάννη Κουτσοκώστα
«Χρησιμοποιήσαμε πολλά από τα χρήματα του φορολογούμενου με λάθος τρόπο κατά τη γνώμη μου, για να σώσουμε τις τράπεζες...». Όχι, δεν το δήλωσε ο Τσίπρας, δεν το είπε κάποιος ευρωσκεπτικιστής, δεν το έγραψε κάποιος αυστηρός αναλυτής των πεπραγμένων στην Ευρώπη της κρίσης. Ήταν ο ίδιος ο πρόεδρος του Eurogroup, ο πολύς Γερούν Ντάισελμπλουμ, που ομολόγησε κυνικά και απερίφραστα, προχθές μέσα στο Ευρωκοινοβούλιο, ότι «...οι τράπεζες, παντού στην Ευρώπη, σώθηκαν εις βάρος του φορολογούμενου και αυτό δεν πρέπει να επαναληφθεί».
Όλα, λοιπόν, έγιναν για τις τράπεζες. Όχι πως δεν το ξέραμε, αλλά είναι αλλιώς να το παραδέχεται ένας από τους πρωταγωνιστές της κρίσης και των προγραμμάτων διάσωσης, ο επικεφαλής του Eurogroup. Κάλλιο αργά παρά ποτέ η παραδοχή, η οποία ωστόσο δεν παύει να είναι προκλητική, κυνική αλλά και ανέξοδη. Προκλητική γιατί αποκαλύπτει ότι στις πλάτες των Ελλήνων, των Πορτογάλων, των Ιρλανδών, των Κυπρίων παίχθηκε ένα πολύ βρώμικο παιχνίδι. Κυνική γιατί έγινε χωρίς κανέναν ενδοιασμό, χωρίς μια συγγνώμη, χωρίς διάθεση στοιχειώδους αποκατάστασης της ομολογημένης αδικίας.
Και είναι ανέξοδη, έως και υποκριτική, γιατί γίνεται στο τέλος της θητείας του Ντάισελμπλουμ, όταν το κακό έχει συντελεστεί. Περισσότερο μοιάζει με προσπάθεια να... ξεπλύνει ο ίδιος τις δικές του «αμαρτίες» παρά με πρόθεση διόρθωσης ενός λάθους. Γιατί ποιος δεν θυμάται ότι ο ίδιος ο Γερούν Ντάισελμπλουμ ήταν αυτός ο οποίος λειτουργούσε στο Eurogroup ως φερέφωνο του Β. Σόιμπλε; Ποιος ξεχνάει τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς εις βάρος των Ελλήνων και γενικότερα των λαών του Νότου ότι σπαταλούν τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις σε... γυναίκες και ποτά.
Είπε κι άλλα ο Γερούν στην επιτροπή απασχόλησης και κοινωνικών υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Είπε ότι είναι προτεραιότητα η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων μέσα στο 2018, ότι η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί σημαντικά, ότι μπορεί να κλείσει η τρίτη αξιολόγηση μέχρι το τέλος του έτους και ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η τεχνική επεξεργασία του μηχανισμού που συνδέει την αποπληρωμή του χρέους με ρήτρα ανάπτυξης.
Όλα αυτά και ανεξαρτήτως όσων λέει, έστω και εκ των υστέρων, ο Ντάισελμπλουμ επιβεβαιώνουν ότι πολλά έχουν αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν την Ελλάδα. Ότι οι εμμονές στις αδιέξοδες πολιτικές της λιτότητας υποχωρούν και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει έτοιμη να περάσει στη μετά Σόιμπλε εποχή. Και όλοι συμφωνούν ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να γυρίσει σελίδα και να διανύσει τα τελευταία κρίσιμα βήματα προς την έξοδο από τα Μνημόνια.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό που διαβλέπουν, καταλαβαίνουν και δηλώνουν σχεδόν στο σύνολό τους οι πολιτικοί παράγοντες της Ευρώπη, ακόμα και οι σκληροπυρηνικοί του ΔΝΤ, δεν θέλουν να το δουν οι κήρυκες του χάους και της καταστροφής στο εσωτερικό της χώρας.
Αντί, έστω και την ύστατη στιγμή, να βοηθήσουν τη χώρα να σταθεί στα πόδια της, υπονομεύουν την προσπάθεια. Κρύβουν και κρύβονται. Για να κρύψουν τους σκελετούς στις ντουλάπες τους, τη Siemens, τις off shore και τις επιλήψιμες συναναστροφές, κρύβονται πότε στα... Εξάρχεια, πότε στον νόμο Παρασκευόπουλου και τελευταία στον Κορυδαλλό και στον Κουφοντίνα. Όμως αυτό που δεν κρύβεται τελικά είναι το πολιτικό και στρατηγικό αδιέξοδο. Και ο πανικός.