Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Σοσιαλιστική ψυχολογία; Αυτό είναι το δύσκολο

Της Ντίνας Μπατζιά

Αν έχει ένα νόημα να καλούμε τους πολίτες να έρθουν σε κάτι εσωστρεφές, με παθογένειες και μη ελκυστικό, είναι ακριβώς η εξαγνιστική δύναμη του λαού, αυτή που θα μολύνει με φρέσκο αέρα το κόμμα, που φέρει μαζί πάντα το καινούργιο -αν είναι δυνατόν από νιάτα, ακόμη καλύτερα

 Κι αφού έφυγε η θλίψη της εκλογικής ήττας, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί, πηγαίνοντας προς το συνέδριο, το «μεγάλο άλμα προς τα εμπρός» με την ανασυγκρότηση και τη διεύρυνση του κόμματος, τον isyriza, τις ανοιχτές συνελεύσεις και τη δυναμική παρουσία στους δρόμους, που δίνουν την ευκαιρία και για απευθείας διάλογο του Αλέξη Τσίπρα και των στελεχών με τους πολίτες, και παράλληλα για τον απολογισμό - αυτοκριτική.
Είμαστε ήδη στο σημείο που ο Τσίπρας αλωνίζει την Ελλάδα και καθημερινά έρχονται νέα μέλη και άρα δεν υπάρχει πλέον η ανησυχία πως ένας απολογισμός ενδεχομένως να οδηγούσε σε εσωστρέφεια και να υπονόμευε το αισιόδοξο άνοιγμα του κόμματος, διότι και πάλι η κοινωνία μας πρόλαβε.
Απαραίτητη όμως είναι όχι η κριτική των άλλων, αλλά η δημόσια αυτοκριτική, την οποία ο ίδιος ο πρόεδρος άνοιξε στη ΔΕΘ, για να δούμε τους λόγους που δεν καταφέραμε να προχωρήσουμε σε ριζικούς μετασχηματισμούς, κι αυτό αποτελεί κομμάτι του έντιμου διαλόγου μας με τον λαό. 
Τα στελέχη -κυβερνητικά και κομματικά- πρέπει να κάνουν την αυτοκριτική τους και να αναλάβουν όλοι, αναλογικά με τη θέση τους, τις ευθύνες τους, για την απουσία, την αδράνεια, την έλλειψη αντανακλαστικών, συντονισμού και οργάνωσης στο κόμμα, από τη βάση μέχρι την κορυφή της πυραμίδας. Η κατανόηση και παραδοχή λαθών, συνθηκών και καταστάσεων, βοηθούν να μην επαναλάβεις λάθη, να πας παρακάτω με τολμηρά βήματα και να επικαιροποιείς τα αριστερά σου οράματα.
Πράγματι εγκαταλείφθηκε το κόμμα, όπως είπε ο σ. γραμματέας. Χρόνια εγκαταλείπεται. Όμως αυτό είναι ένα ρήμα σε παθητική φωνή και καλό είναι να μιλάμε στην ενεργητική φωνή, λέγοντας εγκατέλειψε ή εγκατέλειψαν. Δεν δείχνουμε με το δάχτυλο, ούτε φορτώνουμε ευθύνες ο ένας στον άλλον. Να συζητηθούν οι ευθύνες, να υπάρξει και λογοδοσία αν χρειαστεί, για μία δίκαιη και διάφανη αξιολόγηση προσώπων και όχι παρασκηνιακή και άδικη.
Τα κακώς κείμενα τα εντοπίζουμε όλοι και το ίδιο όλοι θέλουμε να τα αλλάξουμε. Δεν μπορεί να βλέπουμε ότι πράγματι αδειάζει το κόμμα από στελέχη που πάνε στην κυβέρνηση, και να είναι ανύπαρκτη η πολιτική ανάδειξης νέων στελεχών πέντε χρόνια. Δεν μπορεί να υπάρχουν μέλη της Κ.Ε. που δεν τους δόθηκε καμία χρέωση, μένοντας στην άκρη, με μόνο ρόλο να ψηφίζουν τις αποφάσεις σαν να μη χρειάζονταν, σαν να ήταν πλήρες το κόμμα.
 Γιατί; Επειδή ενδεχομένως κομματικοί παράγοντες φοβόνταν μήπως χάσουν μέρος της επιρροής τους, την καρέκλα, και προωθούσαν μόνο τους ημέτερους. Συνέβη και με τις υποψηφιότητες στις αυτοδιοικητικές εκλογές, με αποτέλεσμα να χαθούν ψήφοι.
 Ποιος δεν βλέπει την αδιαφορία για την εκπαιδευτική λειτουργία του κόμματος, για την επιμόρφωση στελεχών, την απουσία θεματικών συζητήσεων, την έλλειψη δημοκρατικής λειτουργίας, την ανύπαρκτη επικοινωνιακή στρατηγική και την απαξίωση στα κομματικά ΜΜΕ, την αλαζονεία, την έλλειψη συντροφικότητας, την κυριαρχία των μηχανισμών που αρκετούς μας φέρει σε μία συνεχή αυτολογοκρισία και αυτοσυγκράτηση, λόγω της πίεσης που νιώθουμε από τον τρόπο λειτουργίας τους, ως επετηρίδες που στενεύουν και το κόμμα και την ανάπτυξη των ελεύθερων ιδεών.
Αυτές τις παθογένειες πρέπει να τις συζητήσουμε παλιά και νέα μέλη, στον δρόμο προς το συνέδριο, και να διαμορφώσουμε όλοι μαζί ένα σχέδιο ουσιαστικής λειτουργίας του κόμματος, και μαζί το σχέδιο της Αριστεράς για την επόμενη ημέρα, το οποίο και θεωρώ πως θα είναι αυτό που θα μας ξαναφέρει στην κυβέρνηση.
Διεύρυνση και ανασυγκρότηση
Στην εξάλειψη των παθογενειών θα συμβάλει η διεύρυνση του κόμματος, όχι μία ελεγχόμενη διεύρυνση, αλλά το άνοιγμα χωρίς επιφυλάξεις. Αν έχει ένα νόημα να καλούμε τους πολίτες να έρθουν σε κάτι εσωστρεφές, με παθογένειες και μη ελκυστικό, είναι ακριβώς η εξαγνιστική δύναμη του λαού, αυτή που θα μολύνει με φρέσκο αέρα το κόμμα, που φέρει μαζί πάντα το καινούργιο -αν είναι δυνατόν από νιάτα, ακόμη καλύτερα. 
Αρκεί αυτός ο κόσμος να νιώσει οικεία, να εκφραστεί, να συμμετέχει από την αρχή, να νιώσει τον σεβασμό μας, ότι η γνώμη μου μετράει, να βρει στο πρόγραμμά μας και τις πολιτικές μας την ελπίδα. Και τότε μπορεί να οδηγηθούμε πιο γρήγορα και στο άνοιγμα μετασχηματιστικών πολιτικών.
Όλοι συμφωνούμε πως η κοινωνική μας δικτύωση είναι πάρα πολύ χαμηλή σε σχέση με την πολιτική επιρροή μας, επομένως το κόμμα χρειάζεται πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση. Χρειάζεται διάλογος με τους πολίτες που μας στήριξαν και μας στηρίζουν μέσα σε ένα απολύτως γκεμπελικό κλίμα, χρειάζεται κι εμείς να πάμε να τους βρούμε και να τους στρατεύσουμε κι εκείνοι να έρθουν να συστρατευθούν.
 Κι όλοι μαζί, σαν ενεργά μέλη με ρόλο κι όχι στον πάγκο, ακόμη και οι followers, εφαρμόζοντας τη δημοκρατία στην πράξη, να συζητήσουμε και να επικαιροποιήσουμε τη στρατηγική της νίκης του 2015, για την Αριστερά του 21ου αιώνα και για τις θέσεις μας, τις τακτικές και τις στρατηγικές στα μεγάλα ζητήματα, όπως για παράδειγμα ενώπιον της κλιματικής κρίσης η θέση μας για την ενέργεια τον 21ό αιώνα. Σε αυτό τον διάλογο βοηθάει η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, ο isyriza που μπορεί να διευρύνει τη δημοκρατία στο κόμμα.
Παράλληλα, χρειάζεται εξωστρέφεια, έχουμε χάσει την επαφή μας με την κοινωνία, με την καθημερινότητα των πολιτών, τα προβλήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, με τα κινήματα και τους χώρους εργασίας, την αυτοδιοίκηση και την επιχειρηματικότητα. Τις οργανώσεις μας δεν τις έχουμε φτιάξει για να ζυμωνόμαστε ο ένας με τον άλλο, αλλά για την κοινωνία, και το ζητούμενο είναι να λειτουργούν με ανοιχτές διαδικασίες μέσα και μπροστά στην κοινωνία και σε αυτή να απολογούνται.
 Με αυτή την έννοια ενδεχομένως να εξετάσουμε και σχήματα οργανώσεων σε μορφή κοινωνικών στεκιών. Είναι άμεση ανάγκη να επαναποκτήσουμε την επαφή μας με την κοινωνία, και να εξοπλίσουμε ιδεολογικά και πολιτικά τους ανθρώπους, διότι απέναντι έχουμε μία λαίλαπα, δεν είναι ο νεοφιλελευθερισμός όπως τον ξέραμε , είναι μία συντηρητική δεξιά, πάνοπλη, που την επικίνδυνη και φασιστική έκφρασή της τη συναντάμε ήδη στον δρόμο κάθε μέρα.
Γι' αυτό είναι μονόδρομος ένα μπλοκ, ένα πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο προοδευτικό, δημοκρατικό, αριστερό, αντιφασιστικό και πράσινο.
Είναι βαριά η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή την σύγκρουση των πολλών με το καθεστώς μίας αντιδραστικής δεξιάς ολοκληρωτικού χαρακτήρα. Και θα είμαστε υπεύθυνοι αν δεν το αντιληφθούμε και μας νικήσει ο φόβος μιας πασοκοποίησης. Το κόμμα έχει συνέχεια, η διεύρυνση το κάνει μεγάλο, μαζικό, ισχυρό, δεν αλλάζει την αριστερή φυσιογνωμία του -αντιθέτως την ενισχύει-, πιο μαζικό, πιο ριζοσπαστικό.
Η ανησυχία μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ γίνει ΠΑΣΟΚ δεν θα εξαρτηθεί από το τι-ποιος κόσμος θα μπει στο κόμμα, αλλά από το αν θα λειτουργεί το κόμμα δημοκρατικά, και φυσικά από το πρόγραμμά μας της διακυβέρνησης όταν θα αναλάβουμε ξανά την εξουσία.
Άλλωστε οι αποχωρήσαντες από το ΠΑΣΟΚ έφυγαν ακριβώς γιατί η σοσιαλδημοκρατία τους ακολούθησε τον δρόμο της νεοφιλελεύθερης ενσωμάτωσης και ήρθαν στον ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς γιατί δεν στηρίζει την άρχουσα τάξη, αλλά τους αδύναμους, και προφανώς πρόκειται για τους ίδιους πολίτες που βγήκαν στις πλατείες το 2011 και στη συνέχεια ανιδιοτελώς σήκωσαν ψηλά τον ΣΥΡΙΖΑ δίνοντάς του τρεις εκλογικές νίκες κι ένα ποσοστό τον Ιούλιο που τον καθιστά κόμμα εξουσίας.
Εντέλει, οι πανανθρώπινες αξίες που υποστηρίζει και με το δικό της σχέδιο αγωνίζεται να κάνει πραγματικότητα η Αριστερά δεν φυλάσσονται σε μουσείο, στην πραγματική ζωή δοκιμάζονται και κάθε φορά σε άλλες συνθήκες και άλλοτε εμπνέουν αντιστάσεις και επαναστάσεις, άλλοτε όχι.
Αν δεν ανοίξουμε, θα πνιγούμε μέσα στην εσωστρέφειά μας. Αυτό συμβαίνει σε κάθε πτυχή της ζωής. Κι όπως λέει ο Καρούζος: «Το θέμα δεν είναι η σοσιαλιστική ιδεολογία - αυτό είναι το εύκολο. Το θέμα είναι η σοσιαλιστική ψυχολογία - αυτό είναι το δύσκολο».

* Η Ντίνα Μπατζιά είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Θέλουμε κόμμα με πρόγραμμα μακράς πνοής


Η αδράνεια και η μη συμμετοχή σε συλλογικές δράσεις εκφυλίζουν το κόμμα σε χώρο συζητήσεων και ζυμώσεων και όχι σε ενεργό μηχανισμό με κοινωνική παρέμβαση

Του Παύλου Παπαρούνα*

 Το τελευταίο διάστημα ενόψει του συνεδρίου μας είναι λογικό να ανοίξει μια ευρεία συζήτηση με θέμα «τι κόμμα θέλουμε». θα έχει νόημα για τον κόσμο και αν μπορεί να δώσει απαντήσεις στα προβλήματα του 21ου αιώνα.
Τα κόμματα πρέπει να ανταποκρίνονται στις συνθήκες που κάθε φορά ορίζει ο διεθνής καταμερισμός εργασίας.
Μια σύγχρονη Αριστερά πρέπει να απαντήσει πώς σε μια διεθνοποιημένη παραγωγή και διάθεση των προϊόντων, αυτή επηρεάζει τις εθνικές οικονομίες και τους εργαζομένο
Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι πώς ο ΣΥΡΙΖΑ υς της. Σε μια παγκόσμια οικονομία, πώς απαντάς με εθνικούς όρους.
Απαιτούνται άμεσα επεξεργασίες με αριστερή προοπτική για την πορεία της ανθρωπότητας στις νέες συνθήκες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, της κλιματικής αλλαγής και της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Απαιτείται μεγάλη ιδεολογική και θεωρητική επεξεργασία, που να απαντά στα σημερινά προβλήματα και να δίνει προοπτική στον κόσμο της εργασίας.
Χρειαζόμαστε ένα νέο πρόγραμμα μακράς πνοής, ελκυστικό, να δίνει προοπτική και μια καθαρή εικόνα για το πώς θέλουμε να γίνει η χώρα σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο.
Ένα πρόγραμμα που θα δίνει στους πολίτες την αίσθηση πως με την ψήφο τους συμμετέχουν σε μια μεγάλη αλλαγή στη χώρα. Και έναν ΣΥΡΙΖΑ που θα μπορέσει οργανωτικά, πολιτικά και ιδεολογικά να εκφράσει αυτές τις συνθήκες.
Σημερινή κατάσταση
Ο κλασικός τρόπος λειτουργίας του κόμματος δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες και δεν ικανοποιεί τα μέλη ούτε ανταποκρίνεται στους γρήγορους ρυθμούς της ζωής των ανθρώπων και πολύ περισσότερο των νέων. Θα πρέπει να έχει νόημα η ιδιότητα του μέλους του κόμματος.
Μια σε βάθος συζήτηση με τα μέλη και τους φίλους του ΣΥΡΙΖΑ για τα λάθη, τις παραλείψεις, τα προβλήματα κατά την διακυβέρνηση τελικά αποφεύχθηκε. Δεν ξέρω ποιοι φοβήθηκαν. Ποτέ δεν θα μάθουμε ποιοι ήταν αυτοί που προκάλεσαν με τη συμπεριφορά τους, όπως είπε και ο πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας, με αποτέλεσμα να αιωρείται η κατηγορία σε όλους. Και σε αυτούς που άσκησαν εξουσία και σε αυτούς που έκαναν την καρδιά τους πέτρα και δεν μιλούσαν, κακώς, θεωρώντας ότι θα κάνουν ζημιά σε μια δύσκολη στιγμή για τη χώρα.
Δεν ισχυρίζομαι ότι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται μόνο στο παλιό 4%. Αυτό όμως άντεξε τόσα χρόνια και ανταποκρίθηκε στο ιστορικό του καθήκον, ήταν ο κύριος και σταθερός πυρήνας που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση και έβαλε πλάτη στην κυβερνητική μας πολιτική. Έχουν μάθει χρόνια να προσφέρουν αφιλοκερδώς, να είναι στην πρώτη γραμμή του αγώνα εθελοντικά, θυσιάζοντας καριέρες, χάνοντας δουλειές, αφιερώνοντας χρόνο και πόρους για το κοινό καλό.
Τείνει να επικρατήσει μια άποψη ότι αυτοί στέκονται εμπόδιο στη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί ευθεία προσβολή για τον ίδιο και τους ανθρώπους που πρωτοπόρησαν στην ιστορία της Αριστεράς και την έφεραν στη διακυβέρνηση.
Η ενεργός συμμετοχή στην πρώτη γραμμή του αγώνα μόνο υποχρεώσεις είχε και κανένα προνόμιο. Καμιά μικρή ή μεγαλύτερη εξουσία δεν συνεπαγόταν αυτό. Με την ανάληψη της διακυβέρνησης, ενδεχομένως αυτό να είχε νόημα, αλλά δεν νομίζω σε επίπεδο Νομαρχιακών Επιτροπών να απέκτησε κανένας ιδιαίτερες εξουσίες και προνόμια. Αν υπήρξαν, ας αναζητηθούν σε κυβερνητικά στελέχη και αυτούς που άσκησαν εξουσία.
. Οι Νομαρχιακές, όχι μόνο δεν εισακούονταν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατη η επαφή με κυβερνητικά στελέχη. Όσες αποφάσεις και να πήραμε, όπου και να τις στείλαμε, δεν λάβαμε καμία απάντηση και ήταν αδύνατον να έχουμε από τους αρμόδιους άμεση ενημέρωση για θέματα που αφορούσαν την περιοχή μας, έστω και για να μπορέσουμε να τα υπερασπιστούμε
Είναι γνωστό από τα απογραφικά ότι τα περισσότερα μέλη μας δεν συμμετέχουν σε μαζικούς χώρους και δεν είναι συνδικαλισμένοι. Η αδράνεια και η μη συμμετοχή σε συλλογικές δράσεις εκφυλίζουν το κόμμα σε χώρο συζητήσεων και ζυμώσεων και όχι σε ενεργό μηχανισμό με κοινωνική παρέμβαση των μελών του.
Χωρίς καθήκοντα, με καταστατικό στα χαρτιά, χωρίς κανονισμό λειτουργίας, μόνο με δικαιώματα αλλά όχι υποχρεώσεις, με κώδικα δεοντολογίας που δεν τηρείται, χωρίς πολιτική ανάδειξης στελεχών και μετρήσιμους στόχους, με θητείες που δεν εφαρμόζονται, χωρίς ανταπόκριση στην ελάχιστη συνδρομή, με μέλη που εμφανίζονται μόνον όταν είναι να αναδειχθούν κομματικά όργανα, δεν μπορεί να υπάρξει συγκροτημένο κόμμα. Πρέπει να διαπαιδαγωγείς τα μέλη όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη.
Την τελευταία κυβερνητική περίοδο, αθέμιτες πρακτικές και μέθοδοι πολλές από τις οποίες φάνηκαν στην προεκλογική περίοδο, ειδικά στην περιφέρεια και στις μικρές κοινωνίες, δηλητηρίασαν τις οργανώσεις και δημιούργησαν σοβαρά ρήγματα και σε προσωπικό επίπεδο μεταξύ των μελών. Δεν αντισταθήκαμε σθεναρά όλοι στην καταπολέμηση του πελατειακού συστήματος.
Ας μην αναφερθώ καλύτερα στη στελέχωση των κυβερνητικών θέσεων και στην κατάρτιση των ψηφοδελτίων. Όποιος είχε «μπάρμπα στην Κορώνη». Κανένας δεν ανέλαβε ποτέ την ευθύνη των λανθασμένων επιλογών.
Διεύρυνση
Η οργανωτική διεύρυνση ήταν και παραμένει πρώτη προτεραιότητα των οργανώσεων. Οι δυσκολίες ήταν και παραμένουν μεγάλες, στον βαθμό που στον ΣΥΡΙΖΑ δεν οργανώνεται κανείς για να κάνει πολιτική καριέρα ή να τακτοποιηθεί επαγγελματικά, όπως γινόταν τα προηγούμενα χρόνια. Αν και από όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση, δεν αποκλείεται κάποιοι να μας προσέγγισαν αποσκοπώντας ακριβώς σε αυτό.
Η μετεξέλιξη ή η αναβάθμιση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να επιχειρηθεί γιατί έχει μεταβληθεί η κοινωνία.
Δεν χρειάζεται προνομιακή μεταχείριση προοδευτικών προσωπικοτήτων του ευρύτερου προοδευτικού χώρου. Όλοι έχουν τη δυνατότητα σαν ισότιμα μέλη, στις Ο.Μ. να συμβάλουν στην ενδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ.
Η διεύρυνση δεν μπορεί να είναι απροσδιόριστη. Διεύρυνση με κυρίαρχες απόψεις όχι μετανάστες στην περιοχή μου, επιδόματα μόνο σε Έλληνες, με στροφή στον ατομικισμό, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία δεν μας ενδιαφέρει. Μέλη που να ψηφίζουν ΠΑΣΚΕ στον συνδικαλισμό, Ν.Δ. στον δήμο και την περιφέρεια, Βαρουφάκη στην Ευρωβουλή και Τσίπρα στις βουλευτικές να μας λείπουν. Μπορεί να παραμείνουν απλοί ψηφοφόροι ή φίλοι.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να επαναδιατυπώσει έναν σύγχρονο προγραμματικό λόγο, με ιδεολογικό προσανατολισμό χωρίς αμφιταλαντεύσεις, απαντώντας στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας, και να μην παρασυρθεί από αντιφατικές και συντηρητικές απόψεις που ενδεχομένως να έχουν επικρατήσει σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και να είναι πλειοψηφικά προς το παρόν.
Το ιδεολογικό στίγμα, οι θέσεις στα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και η δράση μας μέσα στους χώρους και τις συλλογικότητες, θα καθορίσουν την πορεία μας το επόμενο διάστημα. Ψεύτικα διλήμματα του τύπου, “με τη διεύρυνση ή με την καθαρότητα”, “με το 4% ή με το 32%” δεν έχουν καμία αξία.
Θα έρθουν στον ΣΥΡΙΖΑ οι πολίτες που αισθάνονται την ανάγκη να παλέψουν μαζί μας για μια καλύτερη ζωή. Να προβλεφθεί η ισότιμη συμμετοχή όλων, ανεξάρτητα από το επίπεδο των ψηφιακών δυνατοτήτων τους. Πρέπει να συνδυάσουμε την παραδοσιακή δομή με την ψηφιακή δημοκρατία, ώστε να εξασφαλίσουμε την ενεργό συμμετοχή όλων ανεξαιρέτως.
Καλούμε όλους τους δημοκρατικούς πολίτες, με τις δικές τους ανησυχίες, τις δικές τους ιδέες και προβληματισμούς να έρθουν στον ΣΥΡΙΖΑ, για να δημιουργήσουμε τη μεγάλη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη που θα απαντά πειστικά στα προβλήματα τις σύγχρονης εποχής και θα δίνει προοπτική για το μέλλον.
 * Ο Παύλος Παπαρούνας είναι συντονιστής Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ Θεσπρωτίας

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Επαναφορά του χρεοκοπημένου Δημαρχοκεντρικού μοντέλου


Επαναφέρεται «πανηγυρικά», και σε χειρότερη μορφή, το χρεοκοπημένο δημαρχοκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης
Του Κώστα Φ. Μαραγιάννη*
 Ολοκληρώθηκαν πρόσφατα οι αρχαιρεσίες στους δήμους για την εκλογή των σημαντικών οργάνων διοίκησης που είναι οι οικονομικές επιτροπές και οι Επιτροπές Ποιότητας Ζωής. Αυτό που συνέβη στις εκλογικές αυτές διαδικασίες που έγιναν μεταξύ των εκλεγμένων δημοτικών συμβουλίων είναι κάτι το πρωτόγνωρο όσον αφορά την αντιδημοκρατικότητα στην πολύχρονη ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με τις διατάξεις του πολυνομοσχεδίου που ψήφισε η κυβέρνηση της Ν.Δ. μέσα στο καλοκαίρι και στις πρώτες εβδομάδες της διακυβέρνησης, ακυρώθηκε στην πράξη αυτό που ψήφισαν οι πολίτες στις εκλογές της 26ης Μαΐου 2019.
Η συντηρητική παράταξη μας είχε συνηθίσει σε καλπονοθευτικά συστήματα, σαν αυτό που ίσχυε στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, σύμφωνα με το οποίο ο συνδυασμός που εκλέγονταν στον δεύτερο γύρο έπαιρνε το 60% των εδρών του δημοτικού και του περιφερειακού συμβουλίου ακόμη κι αν είχε πάρει στον α΄ γύρο ποσοστό κάτω από το 25%. Όμως οι εκ των υστέρων νομοθετικές ρυθμίσεις που τροποποιούν και ανατρέπουν τους συσχετισμούς των συμβουλίων, όπως διαμορφώθηκαν από το εκλογικό σώμα, αγγίζουν τα όρια της εκτροπής από τη νομιμότητα και τη δημοκρατία.
Αφού οι πολίτες επέλεξαν τους συνδυασμούς που έκριναν ότι διαθέτουν τις δυνάμεις και τη βούληση για να αναλάβουν τη διακυβέρνηση του τόπου τους και σε πολλούς δήμους έστειλαν ισχυρή εντολή συνεργασίας, κρατώντας τους συνδυασμούς κάτω από το 30%, έρχονται εκ των υστέρων οι διατάξεις του πολυνομοσχεδίου και δίνουν στους εκλεγέντες δημάρχους την απόλυτη εξουσία στην Οικονομική Επιτροπή, στην οποία μεταβιβάζονται επιπλέον υπεραρμοδιότητες, εις βάρος του δημοτικού συμβουλίου, που υποβαθμίζεται από αποφασιστικό και κυρίαρχο όργανο λήψης των αποφάσεων, κάτι πολύ ανησυχητικό, αντιδημοκρατικό και αντισυνταγματικό.
Με τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις καταργείται η μεγάλη μεταρρύθμιση που έφερε ο «Κλεισθένης», ανατρέποντας τις ισορροπίες που δημιουργήθηκαν στους δήμους, καταργώντας στην πράξη το σύστημα της απλής αναλογικής και της ισοτιμίας της ψήφου των συμπολιτών μας.
Αφαιρείται το πάγια νομοθετημένο, σε όλο το προηγούμενο νομικό πλαίσιο της Τ.Α. («Καποδίστριας», Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3643), «Καλλικράτης», «Κλεισθένης»), δικαίωμα του δημοτικού συμβουλίου, με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, να ζητήσει άσκηση της όποιας αρμοδιότητας της Οικονομικής Επιτροπής και παραβιάζει το κυρωμένο άρθρο 3, Ν. 1850/1989 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας. Καταργείται η πρόσφατη ψήφος των πολιτών στην 4η κάλπη των κοινοτικών εκλογών, αφού αφαιρείται κάθε δικαίωμα απόφασης των συμβουλίων των Κοινοτήτων για την περιοχή τους.
Αντισυνταγματικό είναι, επίσης, το ότι διορίζει εκ των υστέρων, μετά την εκλογή και με γνωστά τα ονόματά τους, προέδρους των κοινοτήτων, ορίζοντας ως πρόεδρο τον πλειοψηφήσαντα του πρώτου συνδυασμού και όχι τον εκλεγόμενο (σύμφωνα με τον «Κλεισθένη») μεταξύ των πλειοψηφησάντων, των δύο πρώτων σε ψήφους συνδυασμών, από το συμβούλιο της κοινότητας.
Επίσης, αποκλείονται παρατάξεις από τη διαδικασία διεκδίκησης της ψήφου των δημοτικών συμβούλων για την εκλογή τους στην Οικονομική Επιτροπή. Και όλα αυτά γίνονται στο όνομα της δήθεν «κυβερνησιμότητας» στους δήμους που υποτίθεται ότι υπονόμευσε η απλή αναλογική.

Το παράδειγμα του Δήμου Θέρμου
Προς τεκμηρίωση των απόψεών μου αναφέρω το παράδειγμα του Δήμου Θέρμου, που εκλέγει επταμελή Οικονομική Επιτροπή, αφού κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους άλλους δήμους. Με το προηγούμενο εκλογικό σύστημα, που δεν ήταν η απλή αναλογική, αλλά η ενισχυμένη, οι συσχετισμοί στην Οικονομική Επιτροπή ήταν τέσσερις δημοτικοί σύμβουλοι από την πλειοψηφία και τρεις από την αντιπολίτευση.
Τώρα, λοιπόν, με τις αντιδημοκρατικές ρυθμίσεις του πολυνομοσχεδίου, η δημοτική πλειοψηφία ορίζει εξαρχής τα τρία μέλη της Οικονομικής Επιτροπής, που είναι ο δήμαρχος και δύο αντιδήμαρχοι και τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη «εκλέγονται» από το δημοτικό συμβούλιο χωρίς καν να χρειάζεται να γίνει ψηφοφορία, αφού η παράταξη του δημάρχου παίρνει υποχρεωτικά +1, δηλαδή τέσσερα μέλη και, στη συνέχεια, διεκδικεί και άλλες έδρες από τις υπόλοιπες τρεις, αποκλείοντας τις παρατάξεις, μετά την τρίτη σε εκλογική δύναμη παράταξη, να πάρουν μέρος στις εκλογές για τη διεκδίκηση ενός μέλους στην Οικονομική Επιτροπή.
Πού είναι, λοιπόν, η έλλειψη της πλειοψηφίας και ο φόβος της μη «κυβερνησιμότητας» των δήμων; Οι τέσσερις στις επτά θέσεις που παίρνει εκ των προτέρων η παράταξη του δημάρχου, και θα έπαιρνε ακόμη κι αν είχε χαμηλό ποσοστό στον πρώτο γύρο, δεν είναι πλειοψηφία; Γιατί να πάρει και πέμπτη έδρα κι αν δεν βάλει υποψηφιότητα η τρίτη παράταξη να μην διεκδικείται η έδρα από τις υπόλοιπες δημοτικές παρατάξεις και να πηγαίνει στον δήμαρχο παίρνοντας τις έξι από τις επτά έδρες; Ποιοι νοσηροί εγκέφαλοι επινόησαν αυτό το χουντικής έμπνευσης μέτρο, που φιμώνει τη φωνή των παρατάξεων στις επιτροπές διοίκησης του δήμου και επιβάλλει ένα απόλυτα ελεγχόμενο από τον δήμαρχο σύστημα διακυβέρνησης;
Δυνατότητα συμπράξεων
Τέλος, στα άρθρα 1 και 2, κατά παράβαση κάθε έννοιας ισονομίας της ψήφου, δίνεται η δυνατότητα συμπράξεων παρατάξεων μόνο όταν συμπράττουν με την παράταξη του δημάρχου! Σύμπραξη που αποφασίζεται με πλειοψηφία των μελών των παρατάξεων και δεν ανακαλείται ποτέ ενώ ακόμα κι αν συμφωνήσουν όλοι από μία παράταξη να αποχωρήσουν από τη σύμπραξη δεν μπορούν να επανασυστήσουν την παράταξή τους. Έτσι, στις μετέπειτα κατανομές των οργάνων λογίζονται ως αριθμός στην παράταξη του δημάρχου, ακόμα κι αν προσχωρήσουν σε άλλη παράταξη! Πρόκειται για μια θεσμική και αντισυνταγματική εκτροπή που αλλοιώνει την ψήφο των συμπολιτών μας στις πρόσφατες εκλογές.
Συμπερασματικά, έχουμε να επισημάνουμε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση γυρίζει πολλά χρόνια πίσω. Πρόκειται για ένα αντιδημοκρατικό πισωγύρισμα, μια πρόχειρη και κατάφωρα αντισυνταγματική αντιμεταρρύθμιση με υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων και εξουσιών και εξασθένιση των μηχανισμών διαβούλευσης, ελέγχου και λογοδοσίας. Είναι, πλέον, επιτακτική η ανάγκη οι παρατάξεις που έχουν δημοκρατικό και προοδευτικό προσανατολισμό, να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αντισταθούν στη συντηρητική παλινδρόμηση, ενημερώνοντας τους πολίτες και τους φορείς.
 * Ο Κώστας Φ. Μαραγιάννης είναι εκπαιδευτικός, δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας, επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «Ενότητα και συνευθύνη στον Δήμο Θέρμου»

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Οταν το Δίκαιο συναντά το «αόρατο χέρι της αγοράς»


Δημ. Περπατάρης


Η πρόβλεψη του πολυνομοσχεδίου για τη θεώρηση της καθυστέρησης των δεδουλευμένων αποδοχών πέραν των δύο μηνών ως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής φαίνεται να κυοφορεί τον πραγματικό και νομικό κίνδυνο μεθόδευσης προσχηματικών απολύσεων.
Η πρόβλεψη του πολυνομοσχεδίου για τη θεώρηση της καθυστέρησης των δεδουλευμένων αποδοχών πέραν των δύο μηνών ως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής φαίνεται να κυοφορεί τον πραγματικό και νομικό κίνδυνο μεθόδευσης προσχηματικών απολύσεων με όχημα την καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων, ενώ ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει τη στάση που θα κρατήσουν τα ελληνικά δικαστήρια στο πλαίσιο ελέγχου συνταγματικότητας της οικείας διάταξης με ορατό τον κίνδυνο απώλειας ακόμα και της αποζημίωσης απόλυσης.
Ενώ η θριαμβολογία για το «τέλος του μνημονίου» δεν έχει ακόμα κοπάσει, το αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο της σημερινής κυβέρνησης, καθ’ ο μέρος ρυθμίζει εργασιακά θέματα, όπως οι Συλλογικές Συμβάσεις, το Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Εργοδοτών, η καθυστέρηση δεδουλευμένων αποδοχών, η μερική απασχόληση, η καταγραφή της εργασίας και της απασχόλησης, έρχεται να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συμπορευτεί το Δίκαιο με το «αόρατο χέρι της αγοράς» και το πώς ο θεμελιακός για το Εργατικό Δίκαιο κανόνας της προστασίας του εργαζομένου μπορεί να μετατραπεί σε εξαίρεση σε συνθήκες ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού.
Ακόμα και οι ρυθμίσεις για την καταγγελία λόγω καθυστέρησης των δεδουλευμένων αποδοχών ή τη μερική απασχόληση, παρά τη διακηρυκτική και μόνο φιλεργατική τους στόχευση, φαίνεται πως στην πράξη επιδιώκουν τον ακριβώς αντίθετο σκοπό.
Ειδικότερα, η πρόβλεψη του πολυνομοσχεδίου για τη θεώρηση της καθυστέρησης των δεδουλευμένων αποδοχών πέραν των δύο μηνών ως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής φαίνεται να κυοφορεί τον πραγματικό και νομικό κίνδυνο μεθόδευσης προσχηματικών απολύσεων με όχημα την καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων, ενώ ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει τη στάση που θα κρατήσουν τα ελληνικά δικαστήρια στο πλαίσιο ελέγχου συνταγματικότητας της οικείας διάταξης με ορατό τον κίνδυνο απώλειας ακόμα και της αποζημίωσης απόλυσης στις περιπτώσεις αυτές.
Σε κάθε περίπτωση, όπως ορθά επισημαίνεται, η «αξιόλογη χρονικά καθυστέρηση» είναι «αόριστη νομικά έννοια» η ερμηνεία της οποίας εξαρτάται από τη δικαστική και όχι από τη νομοθετική εξουσία.
Εν συνεχεία, η ρύθμιση για τη μερική απασχόληση και ειδικότερα η πρόβλεψη προσαύξησης 12% επί της συμφωνημένης αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα απασχόλησης δεν φαίνεται ικανή να λειτουργήσει αποτρεπτικά ως προς τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Αντιθέτως, αναμένεται να λειτουργήσει στην πράξη ως μέσο ενθάρρυνσης της μερικής απασχόλησης που de facto έχει υποκαταστήσει την πλήρη απασχόληση μετατρέποντάς την από κανόνα σε εξαίρεση.
Η συλλογική αυτονομία ως κορωνίδα του αστικοδημοκρατικού νομικού πολιτισμού και θεσμική έκφραση ομογενοποίησης της εργατικής τάξης σε ένα μέσο επίπεδο κοινωνικής αναπαραγωγής δέχθηκε στην Ελλάδα των μνημονίων λόγω του ατυχούς ιστορικού της ρόλου ως αδύναμου κρίκου της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας της ευρωζώνης, υπό την επίφαση της δημοσιονομικής κρίσης και της έξωθεν επιβαλλόμενης πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, καίρια χειρουργικής φύσεως χτυπήματα με προφανή σκοπό τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη συλλογική στην ατομική διαπραγμάτευση, όπου κυριαρχεί ως γνωστόν η παντοδυναμία του εργοδότη, κατά τρόπο που να κλονίζεται τελικά όχι μόνο το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης των εργαζομένων αλλά και ο ίδιος ο βιοπορισμός τους.
Στο πλαίσιο αυτό, το έδαφος για την ολική κυριαρχία του δικαίου της «ανάγκης» και της «εξαίρεσης» στο πεδίο της συλλογικής αυτονομίας είχε ήδη προλειανθεί μετά και την αποτυχία επαναφοράς του Νόμου 1876/1990 για τη συλλογική διαπραγμάτευση, η οποία συνέπεσε με την ιστορική αποτυχία της ελληνικής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές κατά τον Ιούλιο 2015. Η μάλλον κολοβή επαναφορά της επεκτασιμότητας των κλαδικών ΣΣΕ και της αρχής της ευνοίας κατά τον Αύγουστο 2018 λόγω της λήξης του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής ναρκοθετείται οριστικά με τις ρυθμίσεις του επίμαχου πολυνομοσχεδίου.
Κατ’ αρχήν, η φαινομενικά ουδέτερη ρύθμιση για την υποχρέωση εγγραφής των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών στο ηλεκτρονικό Μητρώο ΕΡΓΑΝΗ, ανεξάρτητα από τις δικαιολογημένες περί «ηλεκτρονικού φακελώματος» αιτιάσεις, φαίνεται να συνδέεται ακατάλυτα στην πράξη με την επέκταση της κλαδικής ΣΣΕ, αφού αυτή προϋποθέτει ότι η συλλογική ρύθμιση δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος.
Σε κάθε περίπτωση, οι προβλέψεις για το ηλεκτρονικό μητρώο και το δικαίωμα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας δημιουργούν άμεσο κίνδυνο εργοδοτικών επεμβάσεων στην εσωτερική αυτονομία και δημοκρατική λειτουργία των συνδικάτων. Ως εκ τούτου, η ρύθμιση αυτή παρουσιάζεται ως πρώτης τάξεως «εργαλείο» στα χέρια των εργοδοτών για την περαιτέρω υπονόμευση του θεσμού της επεκτασιμότητας.
 Υπενθυμίζουμε ότι και με το προϊσχύσαν νομοθετικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε με την εγκύκλιο του υπουργείου Εργασίας κατά την επαναφορά των κλαδικών ΣΣΕ, αναγνωριζόταν οιονεί δικαίωμα veto στην εργοδοτική πλευρά μέσω της άρνησης χορήγησης του μητρώου μελών της εργοδοτικής οργάνωσης, προκειμένου να διακριβωθεί η προϋπόθεση του 51%.
Περαιτέρω, το πλέον καίριο χτύπημα στον θεσμό της συλλογικής αυτονομίας συνδέεται με την περίφημη ρήτρα εξαίρεσης (ή διαφορετικά ρήτρα διαφυγής, ανοιχτότητας) για τις επιχειρήσεις εκείνες που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα ή βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή οικονομικής εξυγίανσης και την περαιτέρω γραφειοκρατικοποίηση της διαδικασίας.
Οι επιχειρήσεις αυτές «δύνανται» να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της κλαδικής ΣΣΕ κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Πολύ περισσότερο, η ίδια ρύθμιση προβλέπει κυριαρχικό δικαίωμα του υπουργού Εργασίας να «εξειδικεύει» τις «περιπτώσεις» των επιχειρήσεων που εξαιρούνται από την κλαδική ΣΣΕ.
Καθίσταται σαφές ότι η γενικόλογη διατύπωση της διάταξης αναφορικά με τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και κυρίως το κυριαρχικό δικαίωμα καθορισμού της περιπτωσιολογίας των επιχειρήσεων αυτών από τον εκάστοτε υπουργό Εργασίας αφήνουν ανοιχτή την «κερκόπορτα» μετατροπής της «εξαίρεσης» σε «κανόνα» με ορατό τον κίνδυνο της παράλυσης του θεσμού της επεκτασιμότητας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον «κλαδικό μισθό».
Στο πλαίσιο αυτό, το σύστημα Μεσολάβησης-Διαιτησίας του ΟΜΕΔ ως επικουρικός μηχανισμός συμπλήρωσης της συλλογικής αυτονομίας και διασφάλισης της ύπαρξης συλλογικών ρυθμίσεων δεν θα μπορούσε παρά να βρεθεί επίσης στο στόχαστρο του πολυνομοσχεδίου. Υπενθυμίζουμε ότι το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία είχε δυσχερανθεί ήδη με ρύθμιση της προηγούμενης κυβέρνησης, αφού προβλέφθηκε ως προϋπόθεση η προηγούμενη αποδοχή της μεσολαβητικής πρότασης από το μέρος εκείνο που προσφεύγει.
Εν προκειμένω, η ρύθμιση του πολυνομοσχεδίου μετατρέπει το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία από κανόνα σε περίπτωση αποτυχίας της συλλογικής διαπραγμάτευσης σε εξαίρεση, αφού το δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μόνο εάν η συλλογική διαφορά αφορά επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφελείας και μόνο όταν η επίλυση της συλλογικής διαφοράς επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου συμφέροντος. Προφανώς, η υποχρέωση συμμόρφωσης που υπέχει η κυβέρνηση έναντι της απόφασης 2307/2014 Ολ.ΣτΕ είναι εξίσου αδιάφορη με το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση η επίλυση μιας συλλογικής διαφοράς ανάγεται σε λόγους γενικότερου συμφέροντος.

*Ο Δημήτρης Περπατάρης είναι δικηγόρος στον Αρειο Πάγο, εργατολόγος

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

"Βάση του 10": Ένα κούφιο άλλοθι αριστείας που συγκαλύπτει προβλήματα

Του Κώστα Γαβρόγλου*

Είναι γνωστό σε όλους, ανεξάρτητα αν το δέχονται ή όχι, ότι οι βάσεις καθορίζονται από τη δυσκολία των θεμάτων. Παίζει ρόλο, βέβαια, και ο αριθμός των εισακτέων, τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων συγκεκριμένων Τμημάτων, η εγγύτητα του Τμήματος στον τόπο κατοικίας. Από όλες αυτές τις παραμέτρους, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των βάσεων παίζει η προετοιμασία των υποψηφίων.
Βέβαια, τυπικά, ουδείς εισάγεται στα πανεπιστήμια με βαθμό κάτω από τη βάση, γιατί όλοι όσοι εισάγονται έχουν απολυτήριο. Αυτό ως προς το τυπικό. Ας έρθουμε στο ουσιαστικό τώρα.
Τα τελευταία χρόνια (και είναι πολλά αυτά) υπάρχει ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό των υποψηφίων που βαθμολογούνται κάτω από τη βάση σε διάφορα μαθήματα. Υπάρχουν έστω και λίγοι που να πιστεύουν ότι ένα Λύκειο ουσιαστικά χωρίς τη Γ' Λυκείου, με ένα σύνολο γνώσεων που έχουν εμποτιστεί με την κουλτούρα της φροντιστηριοποίησης, με ένα απολυτήριο που δεν αντανακλά το τέλος μιας σοβαρής μαθησιακής διαδικασίας, με παιδιά αλλά και γονείς που αδιαφορούν για τις δύο τελευταίες τάξεις του σχολείου, θα μπορούσε να παράγει αποφοίτους για καλύτερα αποτελέσματα; Και κάτι ακόμη: Ο κανονισμός που διέπει τη λειτουργία των ομάδων που διαμορφώνουν τα θέματα και της Κεντρικής Επιτροπής Εξετάσεων απαγορεύει να δίνονται θέματα που «μοιάζουν» με ό,τι έχει ρωτηθεί τα τελευταία τρία χρόνια, όπως και θέματα που έχουν μπει στις εξετάσεις προσομοίωσης των φροντιστηρίων. Αυτοί οι (σωστοί) περιορισμοί, μαζί με τη σχετικά λίγη ύλη στην οποία διαγωνίζονται οι μαθητές, οδηγεί στη διαμόρφωση ολοένα και πιο «στρυφνών» θεμάτων.
Το θεμελιώδες πρόβλημα λοιπόν που υπάρχει είναι τι κάνουν τα παιδιά στο σχολείο. Εκεί (πρέπει να) μαθαίνουν πώς να απαντούν σε ερωτήσεις. Από εκεί θα πάρουν και τις αναγκαίες γνώσεις για το περιεχόμενο των απαντήσεων. Και όσο το σχολείο ακυρώνεται μέσα από μία γενικευμένη απαξίωσή του, τόσο περισσότερα προβλήματα θα έχουμε. Όχι ως προς τις βάσεις, αλλά ως προς το συνολικό προφίλ των πολιτών που θέλουμε. Ούτε και είναι επιχείρημα να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο και εκεί θα τα μάθουν όλα.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μια σειρά από ρυθμίσεις έχοντας ως σχεδόν αποκλειστικό σημείο αναφοράς την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος: Να γίνει η Γ' Λυκείου μία τάξη με δικό της ρόλο, να παρέχει γενική μόρφωση αλλά και να προετοιμάζει για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, με λίγα μαθήματα και πολλές ώρες για κάθε μάθημα. Να καθιερωθούν ενδοσχολικές εξετάσεις για την απόκτηση του απολυτηρίου, που θα είναι και ένας τρόπος να συνειδητοποιήσουν τα παιδιά ορισμένες αδυναμίες τους πριν τις εισαγωγικές. Ταυτόχρονα, να υπάρχει η δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης σε Τμήματα χαμηλής ζήτησης, η οποία θα διαπιστώνεται μετά τη συμπλήρωση ενός πρώτου μηχανογραφικού με δέκα επιλογές, τον Οκτώβριο της Γ' Λυκείου. Όσοι αποφασίσουν να σπουδάσουν σε Τμήματα με ελεύθερη πρόσβαση θα έχουν όλο τον χρόνο μπροστά τους να προετοιμαστούν μέσα στο σχολείο για τις εξετάσεις του απολυτηρίου. Για όλους τους υπολοίπους θα ισχύει το σημερινό σύστημα με τις Πανελλαδικές. Όταν το σύστημα θα σταθεροποιηθεί, θα μπορεί να αρχίσει να μετρά ένα ποσοστό του βαθμού απολυτηρίου για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια, και αυτό θα αυξάνει μέχρι το απολυτήριο να γίνει το βασικό στοιχείο εισαγωγής.
Δε θα λυθεί το πρόβλημα μεμιάς. Θέλει τουλάχιστον 4-5 χρόνια, για να αρχίσει να λειτουργεί αλλά και να αρχίσει να αλλάζει σταδιακά μια γενικότερη αντίληψη που υπάρχει στην κοινωνία - η οποία αντίληψη είναι ο μεγάλος εχθρός της όποιας μεταρρύθμισης.
Και δύο θέματα σχεδόν τηλεγραφικά: Πρώτο, η «βάση του 10» θα αφήσει έξω χιλιάδες παιδιά, συγκαλύπτοντας τα προβλήματα, προβάλλοντας ένα κούφιο άλλοθι αριστείας και επί της ουσίας τίποτα δεν θα αλλάξει. Δεύτερο, η νέα αρχιτεκτονική των πανεπιστημίων προβλέπει νέα Τμήματα, συνέργειες με ΤΕΙ, Πανεπιστημιακά Ερευνητικά Κέντρα και διετή προγράμματα σπουδών για αποφοίτους των ΕΠΑΛ. Και επειδή υπάρχει τεράστια σπέκουλα ως προς τα θέματα αυτά, ενημερώνουμε όσους γενικεύουν χωρίς τη μελέτη των αριθμών ότι η πτώση των βάσεων σε αυτά τα Τμήματα είναι ποσοστιαία αρκετά χαμηλότερη (5%) από την πτώση σε Πανεπιστημιακά Τμήματα που δεν επηρεάστηκαν τυπικά από τις διαδικασίες της νέας αρχιτεκτονικής (8%).
* Ο Κώστας Γαβρόγλου είναι πανεπιστημιακός, πρώην υπουργός Παιδείας

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Τα κομματικά γυαλιά στρεβλώνουν την ανάγνωση των αριθμών

Η νέα κυβέρνηση έχει όλο τον χρόνο μπροστά της να βελτιώσει την κατάσταση της οικονομίας πολύ περισσότερο, ιδίως αν πετύχει τον διπλασιασμό του ρυθμού ανάπτυξης με όφελος για όλους τους Έλληνες όπως έχει τάξει. Δεν έχει κανέναν λόγο να φοβάται και να καταφεύγει σε μικροπολιτικές πλασματικής υποβάθμισης των επιτυχιών της προηγούμενης κυβέρνησης
Του Κώστα Καλλωνιάτη

Στη διαμάχη κυβέρνησης - ΣΥΡΙΖΑ για την παράδοση - παραλαβή της κατάστασης στην οικονομία ειπώθηκαν ορισμένες «ανακρίβειες» που καλό είναι να μην επαναληφθούν.
Η κυβέρνηση κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι «δεν τα πάει καλά με τη σωστή ανάγνωση των αριθμών” και ότι “συνεχίζει να κυριεύεται από αυταπάτες» γιατί, ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού, «τα φορολογικά έσοδα Ιουνίου -δηλαδή επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- σημείωσαν υστέρηση έναντι του στόχου κατά 290 εκατ. ευρώ, ενώ τα φορολογικά έσοδα Ιουλίου -δηλαδή επί διακυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας- σημείωσαν αύξηση έναντι του στόχου κατά 206 εκατ. ευρώ. Επίσης, γιατί ως προς την ανάπτυξη ο ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε την οικονομία με οικονομική μεγέθυνση 0,8%, την επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και το 2016 και έκτοτε η οικονομία σέρνεται, με τον ρυθμό ανάπτυξης να βρίσκεται στο 1,3% το πρώτο τρίμηνο του 2019, πολύ χαμηλότερα από τους στόχους».
Πρόκειται για δύο ορθές επισημάνσεις με δύο εξίσου σημαντικές υποσημειώσεις που, ωστόσο, παραλείπει η κυβέρνηση. Η φορολογική και δημοσιονομική επίδοση μιας χρονιάς όπως το 2019 δεν αξιολογείται με βάση το αποτέλεσμα ενός μήνα, αλλά μιας ολόκληρης περιόδου. Έτσι, στο σύνολο του α’ εξαμήνου 2019 (ΣΥΡΙΖΑ) η σωρευτική αύξηση φόρων Γενικής Κυβέρνησης είναι 200 εκατ. πάνω από την αντίστοιχη περίοδο του 2018, ενώ η σωρευτική αύξηση των εσόδων συνολικά της Γενικής Κυβέρνησης είναι 3,3 δισ. μεγαλύτερη.
Όσον αφορά την ανάπτυξη, η κυβέρνηση παραλείπει το γεγονός ότι την τελευταία διετία (2017 - 2018) ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης ήταν 1,7% εν μέσω Μνημονίου και φέτος ο στόχος του προγράμματος σταθερότητας είναι 2,3%, τον οποίο καλείται η ίδια να υλοποιήσει, αν όχι να υπερβεί. Όμως, παρά το φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα της Ν.Δ., ο Χ. Σταϊκούρας σε πρόσφατη συνέντευξή του στους “Financial Times” δήλωσε «ότι η Ελλάδα θα πετύχει τον στόχο για ανάπτυξη 2% φέτος δεδομένης της σταθερής βελτίωσης του επιχειρηματικού κλίματος στη χώρα». Δηλαδή, αντί η βελτίωση του κλίματος να υπερκαλύψει τον αναπτυξιακό στόχο της προηγούμενης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, θα υπολείπεται αυτού κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες...
Ωστόσο, ο αιφνίδιος ρεαλισμός (ή προσγείωση) που επιδεικνύει ο Χ. Σταϊκούρας όσον αφορά την ανάπτυξη εγκαταλείπεται στην κριτική που ασκεί στη συνέχεια το υπουργείο Οικονομικών όσον αφορά την ευρύτερη κατάσταση της οικονομίας που παρέλαβε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Συγκεκριμένα, στο δελτίο του (18.9) αναφέρει πως «επί ΣΥΡΙΖΑ η ανταγωνιστικότητα συρρικνώθηκε, το ιδιωτικό χρέος διογκώθηκε, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παρέμειναν υψηλές, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελέστηκε και οι κεφαλαιακοί περιορισμοί που επιβλήθηκαν το 2015 εξακολουθούν να υφίστανται. Ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να αποδεχθεί αυτό που ολόκληρος ο πλανήτης αναγνωρίζει: ότι χρέωσε την ελληνική οικονομία και κοινωνία με τουλάχιστον 100 δισ. ευρώ κόστος».
Θα περίμενε κανείς οι προεκλογικές υπερβολές και αναλήθειες να εγκαταλείπονταν μετεκλογικά από μια κυβέρνηση που επιζητεί, υποτίθεται, τη συναίνεση στην οικονομία. Δυστυχώς, συνεχίζονται και διαψεύδονται από τα επίσημα στατιστικά δεδομένα. Συγκεκριμένα:
* Το διάστημα μεταξύ 2014 και α’ εξαμήνου 2019 η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (βάσει σχετικών τιμών κατανάλωσης) έναντι των 28 βασικών ανταγωνιστών της βελτιώθηκε 4,2% σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (βλ. Στατιστικό Δελτίο Μαρτίου - Ιουνίου 2019). Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, και στην αύξηση του λόγου εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών από 32,4% το 2014 σε 36,1% το 2018 και 36,6% το α’ τρίμηνο 2019 (βλ. Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ).
* Το συνολικό ιδιωτικό χρέος (ιδιώτες και επιχειρήσεις) σαν ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε, από 233,4 δισ. ευρώ ή 130,6% του ΑΕΠ το 2014, σε 203,8 δισ. ευρώ ή 110,3% του ΑΕΠ το 2018, ενώ στο α’ τρίμηνο 2019 εκτιμάται πως υποχώρησε περαιτέρω σε 105% (βλ. Εurostat).
* Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου έναντι του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας μειώθηκαν από 3,1 δισ. τον Δεκέμβριο 2014 σε 1,7 δισ. τον Ιούνιο 2019 σύμφωνα με το ίδιο το υπουργείο Οικονομικών (βλ Δελτίο Μηνιαίων Στοιχείων Γενικής Κυβέρνησης).
* Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων όντως υποεκτελέστηκε, όμως σαν ποσοστό στο ΑΕΠ παρέμεινε πάνω από τον μέσο όρο της Ευρώπης.
* Οι κεφαλαιακοί περιορισμοί πράγματι υφίστανται για ορισμένες μέρες ακόμη, καθώς ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας έχει ανακοινώσει την εντός του Σεπτεμβρίου άρση τους. Προφανώς η πρόοδος αυτή σχετίζεται με την έξοδο από το Μνημόνιο, την αύξηση των καταθέσεων και τη βελτίωση της ρευστότητας και των προοπτικών της οικονομίας μετά την πιστοληπτική αναβάθμιση της χώρας επί... ΣΥΡΙΖΑ.
* Τέλος, αφού τα 100 δισ. που υποτίθεται χρέωσε ο ΣΥΡΙΖΑ τη χώρα δεν προκύπτουν από το ιδιωτικό χρέος, προφανώς αφορούν το δημόσιο χρέος. Όμως το χρέος Γενικής Κυβέρνησης, που το 2014 ήταν 319,6 δισ. το 2018 ήταν 334,6 δισ. (αύξηση μόλις 15 δισ.). Αν, μάλιστα, αφαιρέσουμε τα ταμειακά διαθέσιμα (2,5 δισ. το 2014 και 26,8 δισ. Το 2018), τότε το καθαρό δημόσιο χρέος μειώθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ κατά 9,3 δισ.
Η νέα κυβέρνηση έχει όλο τον χρόνο μπροστά της να βελτιώσει την κατάσταση της οικονομίας πολύ περισσότερο, ιδίως αν πετύχει τον διπλασιασμό του ρυθμού ανάπτυξης με όφελος για όλους τους Έλληνες όπως έχει τάξει. Συνεπώς, δεν έχει πλέον κανέναν λόγο να φοβάται και να καταφεύγει σε μικροπολιτικές πλασματικής υποβάθμισης των επιτυχιών της προηγούμενης κυβέρνησης.
Δεν ψηλώνεις ποτέ εσύ με το να προσπαθείς να κοντύνεις τον ανταγωνιστή σου.

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2019

ΟΣΥΡΙΖΑ μετά


Δημ. Γιατζόγλου.                           Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά

1. Η Ανασυγκρότηση. Η Διεύρυνση. Η Μετεξέλιξη. Η Επανίδρυση. Ο Μετασχηματισμός. Το Κόμμα από την αρχή. Το Ανοιχτό Κόμμα. Το Κόμμα ως φόρμα. Το κόμμα Κίνημα / Παράταξη / Πόλος / Δέντρο... Το Πρόγραμμα... Η Ταυτότητα....
Λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ. Περισσότερο ως στερεότυπα, με το συμβολικό τους φορτίο· λιγότερο μ’ ένα ακριβές νοηματικό περιεχόμενο. Σημασίες επικαλυπτόμενες, αλλά και αντιθετικές. Που, στο όνομα του ανοιχτού διαλόγου, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο «δημιουργικής ασάφειας», ιδανικό για την ανάπτυξη ενός διακριτικού βοναπαρτισμού των προειλημμένων αποφάσεων.
Ας σταθούμε, αρχικά, στην παραδοξότητα: Η Κ.Ε. κλήθηκε να συνομολογήσει -λειτουργώντας ως forum- την έναρξη του διαλόγου για τον «ΣΥΡΙΖΑ μετά», χωρίς να έχει εκπληρώσει την αυτονόητη υποχρέωσή της: να αποφανθεί για τον «ΣΥΡΙΖΑ πριν»· να αποτιμήσει κριτικά τη μέχρι σήμερα πορεία. Αλλά, αν το προσκλητήριο για το «κόμμα από την αρχή» ξεκινάει από την εκτίμηση ότι μπαίνουμε σε ένα νέο πολιτικό κύκλο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για τον κύκλο που κλείνει.
Η συζήτηση για το «μετά» προϋποθέτει τη συζήτηση για το «πριν», ώστε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που εξαντλήθηκε και πρέπει να «μετασχηματιστεί». Το ερμηνευτικό σχήμα «και χάσαμε και κερδίσαμε» είναι προδήλως ανεπαρκές. Χωράει όλες τις εκδοχές.
2. Η κομματική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια εύλογη προτεραιότητα. Οχι όμως μια εύκολη υπόθεση. Δεν ταυτίζεται και δεν εξαντλείται με τη μαζικοποίηση των οργανώσεων, την επινόηση νέων μορφών συμμετοχής, την αναγκαία επιστροφή στελεχών πρώτης γραμμής στις κομματικές δομές. Η ανασυγκρότηση δεν είναι πρωτίστως ζήτημα λειτουργικών διευθετήσεων και αναζήτησης μιας νέας «φόρμας». Ακόμα και τα πιο καινοτόμα οργανωτικά στοιχεία, αποσυνδεδεμένα από την παραγωγή πολιτικής και προγράμματος, θα αφομοιωθούν στο παράδειγμα ενός κόμματος που παράγει παθητική συναίνεση στις αποφάσεις της κορυφής.
Ο θεμελιώδης όρος της ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η επανάκτηση του πολιτικού του ρόλου, ο οποίος βαθμιαία εκχωρήθηκε ολοκληρωτικά σε επιμέρους θεσμικές του εκφράσεις και τελικά στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανασυγκροτηθεί αν «επανιδρυθεί» ως πολιτικό υποκείμενο· αν υπερβεί τον εγκλωβισμό της πολιτικής πρακτικής του στο πεδίο της κρατικής υπερδομής· αν παραμείνει στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι τελικά σχέση με τις ταξικές και κοινωνικές του αναφορές.
Αν, αντίθετα, προσχωρήσει στον κομφορμισμό πολιτικών υποδειγμάτων ενός φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με τον οποίο η διαμόρφωση των πολιτικών και προγραμματικών επιλογών αποτελεί προνόμιο της κοινοβουλευτικής ομάδας, του προεδρικού επιτελείου ή μιας «σκιώδους κυβέρνησης», θα παραμείνει καθηλωμένος στον κύκλο που κλείνει, όσες «ανασυγκροτήσεις» και αν επιχειρηθούν.
3. Ας είμαστε ειλικρινείς: η έννοια του μετασχηματισμού για ένα πολιτικό κόμμα θέτει ευθέως το ζήτημα της αλλαγής ταυτότητας· αν βεβαίως ως ταυτότητα εννοούμε τη ζώσα συνθήκη ύπαρξής του και όχι ένα εγκόλπιο αρχών που αναφέρονται στον ορίζοντα του «κάποτε» και αφήνουν ανέπαφη την τρέχουσα πολιτική του πράξη.
Για ένα κόμμα της Αριστεράς η ταυτότητα δεν είναι προϊόν μόδας, υποκείμενο στην εκάστοτε ζήτηση της εκλογικής αγοράς και στις επιταγές της συγκυρίας. Συμπυκνώνει τον δεσμό παρελθόντος και μέλλοντος, ιστορικότητας και παρόντος μέσα από τον οποίο τίθεται συνεχώς το ζήτημα της ανθρώπινης χειραφέτησης από τις δουλείες του καπιταλισμού. Γίνεται με τα χρόνια βιωμένη εμπειρία, στοιχείο αντίστασης στον ιδεολογικό σχετικισμό. Πυξίδα προσανατολισμού της μακράς ιστορικής διάρκειας, μηχανισμός ελέγχου των αδιεξόδων της light πολιτικής, θεμέλιος λίθος της αφοσίωσης των στρατευμένων.
Το ζεύγος «μετασχηματισμός - ταυτότητα» πρέπει λοιπόν να αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα διαλόγου για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεση των απόψεων πρέπει να είναι καθαρή. Χωρίς εκπτώσεις και λογικές του μέσου όρου, έξω από την αντίληψη των «συνθέσεων» που, αργά ή γρήγορα, διαβρώνουν την ενότητα του πολιτικού υποκειμένου.
4. Η εξαγγελθείσα Διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη δρομολογηθεί: Ως «διεύρυνση στην κοινωνία» και ως διεύρυνση του χαρακτήρα και της βασικής στρατηγικής του αναφοράς. Μέσα από την ασάφεια και την αμφισημία των νύξεων, η κατεύθυνση είναι ορατή: η παραπέρα «ωρίμανση» (λιγότερο ή περισσότερο βίαιη) απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό του: από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα εκφραστή τού κατά συνθήκη οριζόμενου «προοδευτικού χώρου». Το υψηλό ποσοστό της πρόσφατης εκλογικής καταγραφής θεωρήθηκε (αυθαιρέτως) ως εντολή υλοποίησης του άλματος και ως υπαρκτή διαθεσιμότητα συμμετοχής σε αυτό.
Τα ερωτήματα υπάρχουν και αφορούν το «διά ταύτα» της πρόσκλησης για συμμετοχή: Συμμετοχή στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ για την ανασυγκρότησή του; Συμμετοχή στις διεργασίες συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία (προεξοφλώντας την κατάφαση σε μια ταυτότητα και ένα πρόγραμμα που ακόμα δεν υπάρχουν); Δέσμευση για συμμετοχή στο επόμενο βήμα μιας απροσδιόριστης διεύρυνσης;
Οπως υπάρχουν και οι ενστάσεις: η επιλογή για τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα – παράταξη, κόμμα - ομπρέλα (ή κόμμα – δέντρο, αν το προτιμάμε ως όρο), κόμμα της Κεντροαριστεράς δηλαδή (για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους), οδηγεί σε έναν ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό χωρίς όρια και σε μια χαλαρή ταυτότητα - αμοιβάδα. Υποκαθιστά την αναγκαιότητα της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με την αντίληψη της άμβλυνσης των «ακροτήτων» του ως μοναδικής σημερινής (ώς πότε;) δυνατότητας. Ακυρώνει τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας, θεωρώντας τον ισχυρό πολιτικό διπολισμό και την εναλλαγή των «πόλων» του στη διακυβέρνηση ως το δημοκρατικό όριο μιας αριστερής στρατηγικής.
Μόνο που η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές και η δρομολογημένη ήδη εμπέδωσή της σε μια μακροπρόθεσμη, συμπαγή ιδεολογική κυριαρχία του αστισμού, υποδεικνύει στην Αριστερά μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση.
5. Παραθέτω, προσυπογράφοντάς το, ένα απόσπασμα πρόσφατου άρθρου του Κύρκου Δοξιάδη στην «Εφ.Συν.»: «Tο εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου είναι πρώτα και κύρια συνέπεια μιας ισχυρής και αποτελεσματικής ανασύνταξης και ανασυσπείρωσης των κυρίαρχων ταξικών δυνάμεων γύρω από τον κομματικό μηχανισμό που ανέκαθεν τις εκπροσωπούσε μεταδικτατορικά».
Η σαφήνεια της εκτίμησης δεν έχει ανάγκη από σχολιασμό. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε αντιστικτικά τον βασικό λόγο της δικής μας ήττας: απέναντι σ’ έναν πολιτικο-κοινωνικό και ιδεολογικό συνασπισμό εξουσίας που έχει ενσωματώσει και τις δυνάμεις της Ακροδεξιάς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει και να αντιπαραθέσει έναν αντίστοιχο συνασπισμό -δεν κατάφερε να μετασχηματίσει την πολιτική συναίνεση που τον έφερε στην κυβερνητική εξουσία σε μια σταθερή και βαθύτερη ηγεμονία.
Θα άξιζε μια σοβαρή συζήτηση για τους λόγους αυτής της αποτυχίας: όπως, για παράδειγμα, γιατί επιλέξαμε την αντιπαράθεση σε δευτερεύοντα πεδία, όπως αυτό της διαφθοράς, των οικονομικών «παθογενειών», της αποτελεσματικότερης προσαρμογής και διαχείρισης για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Και πρωτίστως γιατί υποτιμήσαμε και αποφύγαμε τη μάχη στο πεδίο της ιδεολογίας· όχι μέσα από την αντιπαράθεση αφηρημένων ρητορικών, αλλά με τη συγκεκριμένη κριτική του κυρίαρχου οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποδείγματος.
Κυρίως όμως θα άξιζε μια συζήτηση για το μέλλον. Για το αν αυτό που απαιτείται είναι ο μετασχηματισμός μας ή η ανασυγκρότηση μιας ισχυρής ταυτότητας που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία της Δεξιάς στον πυρήνα της: την προσπάθεια εμπέδωσης στη χώρα του καθεστώτος του επιθετικού νεοφιλελευθερισμού. Και η συστηματική επεξεργασία ενός πολιτικού προγράμματος μιας μετακαπιταλιστικής μετάβασης.
Υστερόγραφο: Δεν έχει επιλεγεί αυτή η κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαγγελθεί είναι η ελεγεία του μελαγχολικού τέλους μιας εποχής και η αποδοχή της ανάδυσης του «νέου ηγεμόνα». Αυτό που εκφωνείται είναι: «ο Βασιλιάς είναι νεκρός. Ζήτω ο Βασιλιάς!». Λυπάμαι που δεν μπορώ να συμμετάσχω στους εορτασμούς της διαδοχής.