Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Η συμφωνία των Πρεσπών είναι καλή για την Ελλάδα, όχι για τους γείτονες

Αλέξης Ηρακλείδης:Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τα μεγάλα λάθη της Ελλάδας εντοπίζονται από το 1991 μέχρι το 1996 . Κατ’ αρχάς, ότι δεν δεχόμασταν τη σύνθετη ονομασία που δεχόταν ασμένως η άλλη πλευρά. Ένα άλλο μεγάλο λάθος ήταν τα απανωτά εμπάργκο που γονάτισαν την άλλη χώρα οικονομικά. Το τρίτο μεγάλο λάθος είναι η ανίερη συμμαχία με τον Μιλόσεβιτς για την αποσταθεροποίηση της ΠΓΔΜ. Με τη στάση της αυτή, η Ελλάδα, χωρίς να το καταλαβαίνει εργαζόταν, ανοήτως, για τη “Μεγάλη Αλβανία” και τη “Μεγάλη Βουλγαρία”


«Όσο δεν επιλύονται τέτοιου είδους διενέξεις, δίνουν τροφή και ενδυναμώνουν τους εθνικιστές και ακροδεξιούς και στις τρεις γειτονικές χώρες, Ελλάδα, Βουλγαρία, Βόρεια Μακεδονία» επισημαίνει ο Αλέξης Ηρακλείδης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και επίλυσης συγκρούσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου για το “Μακεδονικό” ζήτημα που κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα ενόψει της ένταξης προς κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Το τελευταίο του βιβλίο «Το ‘Μακεδονικό’ ζήτημα, 1878-2018.
 Από τις εθνικές διεκδικήσεις στις συγκρουσιακές εθνικές ταυτότητες», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Θεμέλιο, προσφέρει αφορμές για συζήτηση. Απότοκο πολυετούς μελέτης, συγγραφικής δραστηριότητας και αρθρογραφίας για το θέμα, επιχειρεί μια συνολική παρουσίαση και ανάλυση του “Μακεδονικού” ζητήματος, φωτίζοντας μια ιστορική περιπέτεια που δεν αποτελεί μια κλασική διακρατική διένεξη 150 χρόνων, αλλά «αντιπαράθεση εθνικών ταυτοτήτων και εθνικών ιστορικών αφηγήσεων» όπως σημειώνει.
Ο Αλέξης Ηρακλείδης, πρωτίστως με το βιβλίο του, αλλά και με την κουβέντα μας, βοηθά να κατανοήσουμε κομβικά σημεία αυτής της διένεξης, τα ιστορικά επίδικα και τις εθνικές, άλλοτε εθνικιστικές, χρήσεις της, τα πάθη που αναπτύχθηκαν, τα μεγάλα λάθη που σημειώθηκαν και τους υπαίτιούς τους, αποδομεί μύθους που ταλαιπωρούν το εθνικό φαντασιακό.
Διατρέχοντας το “Μακεδονικό” από τις απαρχές του έως τη συμφωνία των Πρεσπών, αναγνωρίζει ότι «είναι μια εξαιρετικά καλή συμφωνία για την Ελλάδα και όχι για τη γειτονική χώρα» και, παρά τις όποιες ενστάσεις μπορεί να εγείρει η θέση του την τεκμηριώνει στο έπακρο, καταλήγοντας ότι «η επίλυση αυτή μακροπρόθεσμα ίσως αποβεί αμοιβαία συμφέρουσα, δηλαδή επίλυση θετικού αθροίσματος».
* Στο βιβλίο σας εξετάζετε το “Μακεδονικό” ζήτημα από τις απαρχές του έως την πρόσφατη συμφωνία των Πρεσπών. Πού εντοπίζονται οι απαρχές αυτής της διένεξης και πώς κατέληξε να γίνει μια δυσεπίλυτη διένεξη εθνικών ταυτοτήτων;
Στην αρχή η περιοχή αυτή που άρχισε να ονομάζεται Μακεδονία κυρίως από τους Ευρωπαίους, ήταν ένα μεγάλο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη που το διεκδικούσαν τρία εθνικά κράτη, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία. Η Βουλγαρία ήθελε σχεδόν όλη τη γεωγραφική Μακεδονία. Η Σερβία το βόρειο τμήμα της, η Ελλάδα το νότιο τμήμα (λίγο περισσότερο απ' αυτό που έλαβε το 1913). Η Ελλάδα αρχικά ήθελε και εκείνη, όπως η Βουλγαρία, όλη τη Μακεδονία με την ελπίδα ότι οι βουλγαρόφωνοι που ήταν πιστοί στο Πατριαρχείο θα γινόντουσαν Έλληνες.
 Το μεγάλο πρόβλημα για την Ελλάδα του 19ου αιώνα και μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους ήταν ότι μεταξύ των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας κυριαρχούσαν οι σλαβόφωνοι και ειδικά οι βουλγαρόφωνοι.
 Ο πληθυσμός των Ελλήνων της Μακεδονίας χωρίς τους ορθόδοξους Αλβανούς, Βλάχους και πατριαρχικούς Βούλγαρους δεν ξεπερνούσε το 11% ή 12%. Σε ό,τι αφορά την καίρια δεύτερη ερώτησή σας (τις ταυτότητες), μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου οι Σέρβοι έπαψαν να είναι διεκδικητές στο πλαίσιο της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας και το “Μακεδονικό” ως σύγκρουση μετετράπη σε σύγκρουση τριών εθνικών ταυτοτήτων και σύγκρουση τριών εθνικών αφηγήσεων. Συγκεκριμένα, με την ανάδυση του νέου έθνους των «Σλαβομακεδόνων», όπως ήταν γνωστοί στην Ελλάδα μέχρι το 1991, τόσο η Ελλάδα όσο και η Βουλγαρία δεν αποδεχόντουσαν την ύπαρξη αυτού του νέου έθνους ούτε την ύπαρξη της σλαβομακεδονικής γλώσσας, καθώς τη θεωρούσαν βουλγαρική διάλεκτο. Στο μέτρο που η Ελλάδα ή η Βουλγαρία δεν αποδέχονται τα ανωτέρω, η σύγκρουση εθνικών ταυτοτήτων θα συνεχίζεται.
* Ποιοι είναι οι ελληνικοί εθνικοί μύθοι που οφείλουμε να καταρρίψουμε;
Οι ελληνικοί εθνικοί μύθοι που δεν αντιστοιχούν με την πραγματικότητα είναι πρώτον ότι η Μακεδονία είναι ελληνική. Η γεωγραφική Μακεδονία ανήκει σε τρία ανεξάρτητα κράτη. Μύθος δεύτερος είναι ότι ο Τίτο δημιούργησε από το τίποτα ένα «έθνος». Η αλήθεια είναι διαφορετική. Εδώ και έναν αιώνα ορισμένοι διανοούμενοι της περιοχής αυτής μιλούσαν για την ανάγκη ανάδυσης του «μακεδονικού» ή «σλαβομακεδονικού έθνους».
 Αυτή η τάση άρχισε να έχει περισσότερους οπαδούς στη δεκαετία του '30 που τόνιζαν ότι δεν είναι Βούλγαροι, παρά το γεγονός ότι η διάλεκτος που μιλούσαν ήταν πολύ κοντά στα βουλγαρικά. Τα έθνη, όμως, αυτοδημιουργούνται με δική τους επιλογή. Κοντολογίς, ο Τίτο βρήκε έδαφος για να εδραιώσει επίσημα αυτό το νέο έθνος.
* Ποιες είναι οι κομβικές στιγμές αυτής της διένεξης και ποιες θεωρείτε ότι είναι οι λανθασμένες από ελληνικής πλευράς κινήσεις τις τελευταίες δεκαετίες;
Τα μεγάλα λάθη της Ελλάδας εντοπίζονται από το 1991 μέχρι το 1996, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικό βέτο στο Βουκουρέστι το 2008. Τα μεγάλα λάθη έχουν και συγκεκριμένους υπεύθυνους, dramatis personae: Αντώνης Σαμαράς, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Ανδρέας Παπανδρέου, οι οποίοι τρεις πολιτικοί δεν δέχονταν τη σύνθετη ονομασία που δεχόταν ασμένως η άλλη πλευρά. Ένα άλλο μεγάλο λάθος ήταν τα απανωτά εμπάργκο, επίσημα και ανεπίσημα, που επέβαλε η χώρα μας γονατίζοντας την άλλη χώρα οικονομικά.
 Το τρίτο μεγάλο λάθος, που έχει ευρύτερες διαστάσεις, είναι η ανίερη συμμαχία με τον Μιλόσεβιτς, τον καταστροφέα της Γιουγκοσλαβίας. Υπήρχαν συνεννοήσεις από τον Α. Σαμαρά και τον Κ. Μητσοτάκη απευθείας με τον Μιλόσεβιτς για την αποσταθεροποίηση της ΠΓΔΜ. Με τη στάση της αυτή, η Ελλάδα, χωρίς να το καταλαβαίνει, εργαζόταν, ανοήτως, για τη “Μεγάλη Αλβανία” και τη “Μεγάλη Βουλγαρία”.
* Οι πιο νηφάλιοι παρατηρητές μιλούν για μια καλή συμφωνία, που δεν αναγνωρίζει νικητές και ηττημένους, αναφερόμενοι στη συμφωνία των Πρεσπών. Η δική σας άποψη ποια είναι;
Είναι πολύ καλή συμφωνία για την Ελλάδα, αφενός γιατί έχουμε την πολυπόθητη σύνθετη ονομασία. Από την άλλη, είναι erga omnes, δηλαδή μια ονομασία για όλους, και το τρίτο πολύ βασικό για την Ελλάδα ότι απαλείφεται πλήρως ο αλυτρωτισμός, παρά το γεγονός ότι ο αλυτρωτισμός στη Βόρεια Μακεδονία σχεδόν δεν υφίστατο πλέον σε κυβερνητικό επίπεδο ή επίπεδο διανοουμένων, αλλά ήταν υπόθεση της δεκαετίας του '40 και του '50.
* Θεωρείτε ότι μετά δεν υπήρχαν αλυτρωτικές τάσεις στη γειτονική χώρα; Ούτε στην περίοδο Γκρούεφσκι;
Όταν έγινε ανεξάρτητη, η χώρα δήλωσε ξεκάθαρα κατ' επανάληψη ότι αποδέχεται πλήρως τα υπάρχοντα σύνορα και δεν τα αμφισβητεί. Και αυτό συνεχίστηκε από όλες τις κυβερνήσεις μέχρι σήμερα και επί Γκρούεφσκι.
* Δηλαδή θεωρείτε ότι δεν είναι μια συμφωνία χωρίς νικητές και ηττημένους, αφού αναγνωρίζετε ότι είναι πολύ καλή για την Ελλάδα μόνο;
Αυτό εννοώ, ότι είναι εξαιρετικά καλή για την Ελλάδα και όχι για τη γειτονική χώρα, για τους εξής λόγους. Πρώτον ουδέποτε στην παγκόσμια Ιστορία δεν υποχρεώθηκε ένα κράτος να αλλάξει άρθρα του συντάγματός του χωρίς πόλεμο. Δεύτερον, μια άλλη βασική παράμετρος που περιέργως δεν ετέθη από τους γείτονες, ενώ θα έπρεπε να έχει τεθεί, για να είναι η συμφωνία χωρίς νικητές και ηττημένους, είναι τι μέλει γενέσθαι με τους Έλληνες υπήκοους οι οποίοι τυγχάνει να έχουν ως μητρική γλώσσα τα σλαβομακεδονικά.
 Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι ομιλούντες τα σλαβομακεδονικά θεωρούν τον εαυτό τους Σλαβομακεδόνα, αλλά η εθνοτική αυτή ομάδα υφίσταται και δεν μπορεί η Ελλάδα να λέει ότι είναι ανύπαρκτη αν θέλει να θεωρείται σύγχρονο κράτος. Τρίτο βασικό σημείο που καθιστά τη συμφωνία ετεροβαρή είναι ότι αλλάζουν το όνομά τους μετά από 75 χρόνια! Η επίλυση αυτή μακροπρόθεσμα ίσως αποβεί αμοιβαία συμφέρουσα, δηλαδή επίλυση θετικού αθροίσματος.
* Πόσο κρίσιμο είναι αυτό το ζήτημα της επίλυσης σήμερα, σε μια εποχή αναβίωσης εθνικισμών, Ακροδεξιάς και φασισμού; Θεωρείτε ότι είναι επικίνδυνο να παραμείνει ανοιχτό το “Μακεδονικό”;
Όσο δεν επιλύονται τέτοιου είδους διενέξεις δίνουν τροφή και ενδυναμώνουν τους εθνικιστές και τους ακροδεξιούς και στις τρεις γειτονικές χώρες, Ελλάδα, Βουλγαρία, Βόρεια Μακεδονία.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Μία λύση που δεν αφήνει πληγές στο σώμα της Ελλάδας


 Ν. Ι. Μέρτζος τέως πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

 Η αναθεώρηση του συντάγματος της ΠΓΔΜ βελτίωσε προς όφελος της Ελλάδος κρίσιμα σημεία που η συμφωνία είχε αφήσει ασαφή


Η Βουλή των Σκοπίων επικύρωσε τη συμφωνία των Πρεσπών και ενσωμάτωσε τις καίριες διατάξεις της στο σύνταγμα της χώρας. Η αναθεώρηση του συντάγματος της ΠΓΔΜ βελτίωσε προς όφελος της Ελλάδος κρίσιμα σημεία που η συμφωνία είχε αφήσει ασαφή όπως ιδίως η ιθαγένεια, η εθνική ταυτότητα του γειτονικού λαού, το προοίμιο και το άρθρο 36 του συντάγματος. Επιπλέον, πρώτη φορά το σύνταγμα δέχεται έμμεσα ότι ο λεγόμενος «μακεδονικός» λαός είναι πολυεθνικός: Σλάβοι «Μακεδόνες», Αλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρομά, Βόσνιοι και Τούρκοι.
Οι σφοδρές αντιδράσεις στην Ελλάδα εστιάζονται στα εξής κεντρικά σημεία: όνομα του γειτονικού κράτους, γλώσσα, ιθαγένεια, αλυτρωτισμός και διεκδίκηση «μακεδονικής μειονότητας» στην ελληνική –«Αιγαιατική»– Μακεδονία.
Ονομα: Μέχρι τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας η Ελλάδα, σε πλείστα διπλωματικά έγγραφά της προς το Βελιγράδι, ονόμαζε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας το τότε ομόσπονδο κράτος των Σκοπίων. Οταν αυτό ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο, η Αθήνα πρότεινε και ο ΟΗΕ το ενέγραψε στα μέλη του με τη γνωστή προσωρινή ονομασία (ΠΓΔΜ). Ο προσδιορισμός αυτός, όμως, αναφέρεται στη λέξη Δημοκρατία και αφήνει ατόφιο το όνομα Μακεδονία. Το 2007 όλα τα ελληνικά κόμματα, πλην του τότε ΛΑΟΣ, είχαν αποδεχθεί έναν γεωγραφικό προσδιορισμό στο όνομα «Μακεδονία». Με αυτήν την κοινή θέση, παρά τις ισχυρές πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων συμμάχων, τον Απρίλιο 2008 η Ελλάδα επέτυχε την ομόφωνη απόφαση στη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ που υπήρξε θρίαμβος.
Γλώσσα: Μακεδονική γλώσσα έχει αναγνωρίσει επίσημα η Ελλάδα από το έτος 1977 στο πλαίσιο του ΟΗΕ, που έκτοτε την έχει κατατάξει επίσημα στον κατάλογο των επισήμων γλωσσών των Ηνωμένων Εθνών. Η συμφωνία βελτιώνει το σημείο αυτό, διότι ρητά αναφέρει ότι η μακεδονική είναι σλαβική και ανήκει στον κλάδο των νοτίων σλαβικών γλωσσών. Το σύνταγμα προσθέτει τώρα και την αλβανική γλώσσα.
Ιθαγένεια: Ο όρος «μακεδονική», όπως διατυπώνεται αγγλικά στη συμφωνία, μπορεί να θεωρηθεί ότι σημαίνει εθνικότητα. Αλλά το άρθρο 2 παρ. 2 του συντάγματος διασαφηνίζει ότι η ιθαγένεια δεν σημαίνει εθνικότητα. Αναμενόταν να ψηφιστεί μία από τις εξής προτάσεις των Αλβανών: α) αφαίρεση της λέξης «μακεδονική», β) «ιθαγένεια πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας» και γ) «οι πολίτες έχουν την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας».
Αλυτρωτισμός: Το προοίμιο και το άρθρο 36 του συντάγματος περιείχαν έως προχθές το κρατικό ιδεολόγημα του αλυτρωτικού «Μακεδονισμού», σύμφωνα με το οποίο η ενιαία Μακεδονία το 1913 διαμελίστηκε και υποτάχθηκε στους κατακτητές Ελληνες, Βουλγάρους και Σέρβους. Οι «Μακεδόνες», σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, εξεδίωξαν τους Σέρβους κατακτητές το 1944 και στο πλαίσιο της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας ανεκήρυξαν την ομόσπονδη ανεξάρτητη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την οποία το 1993 κήρυξαν ανεξάρτητο κράτος – τη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Επιπλέον –συνεχίζει το ιδεολόγημα– οι υπόδουλοι στην Ελλάδα Σλαβομακεδόνες ξεσηκώθηκαν, πήραν μέρος τον «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Μακεδόνων» και συνταξιοδοτούνται στα Σκόπια όπου κατέφυγαν. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας προστατεύει και ενισχύει τους «Μακεδόνες» στα γειτονικά κράτη και στο εξωτερικό. Τα ανωτέρω ανέφερε η απόφαση της λαϊκής συνέλευσης του ASNOM το 1943, την οποία αντέγραφε αυτούσια έως προχθές το άρθρο 36 του Συντάγματος. Τώρα αφαιρέθηκε η φράση «απόφαση του ASNOM» και αντικαταστάθηκε με τη λέξη «ανακοίνωση της απόφασης».
Εν συντομία παρατίθενται οι ακόλουθες τροπολογίες του συντάγματος:
1. «Η πολιτεία σέβεται την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία των γειτονικών κρατών. Προστατεύει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των υπηκόων της που ζουν ή διαμένουν στο εξωτερικό και προωθεί τους δεσμούς τους με την πατρίδα. Μεριμνά για τους ανήκοντες στον μακεδονικό λαό που ζουν στη διασπορά του εξωτερικού».
2. «Η πολιτεία δεν αναμειγνύεται στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών και στις εσωτερικές τους υποθέσεις. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έχει εδαφικές βλέψεις προς τις γειτονικές χώρες».
3. Καταργείται το άρθρο 49 του συντάγματος σύμφωνα με το οποίο: «Η πολιτεία μεριμνά για την κατάσταση και τα δικαιώματα των μελών του μακεδονικού λαού στις γειτονικές χώρες και για τους αποδήμους από τη Μακεδονία, βοηθά στην πολιτιστική τους ανάπτυξη και την προωθεί».
Οι προαναφερόμενες αυτές καίριες τροπολογίες έχουν αποθησαυριστεί από τις επίσημες ανακοινώσεις και δηλώσεις στη Βουλή των Σκοπίων όπου η ψήφισή τους εθεωρείτο βεβαία. Πλέον απομένει να το διαβάσουμε σύντομα και να το συγκρίνουμε με τη συμφωνία των Πρεσπών ώστε να εκφέρουμε τελική γνώμη.
Ασφαλώς η συμφωνία είναι ένας επώδυνος συμβιβασμός. Εθιξε βαθιά το αίσθημα των Ελλήνων, αλλά δεν αφήνει ανοικτές πληγές στο σώμα της Ελλάδος. Αντίθετα κλείνει πολλές, εξοικονομεί πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο για άλλα πολύ σοβαρότερα μέτωπα, διασφαλίζει τη ρευστή βαλκανική ενδοχώρα μας, ανοίγει ευρύ πεδίο σε ήδη προγραμματισμένα διεθνή δίκτυα ενέργειας και μεταφορών σε ενιαίο πλέον ευρωατλαντικό χώρο και αναβαθμίζει κατακόρυφα τη γεωπολιτική αξία της Ελλάδος. Κλειδί η Θεσσαλονίκη.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Το μέλλονπέρα από το 2019

 Πέτρος Λινάρδος Ρυλμόν, οικονομολόγος

Αξίζει να θυμηθούμε ότι η ελληνική κυβέρνηση της Αριστεράς κληρονόμησε τις μεγάλες στρεβλώσεις του παραγωγικού συστήματος, τη διαχείριση των οικονομικών και αναπτυξιακών πολιτικών με ένα ανεπαρκές, σπάταλο και αναποτελεσματικό πελατειακό σύστημα, την αποδυνάμωση και αδρανοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και μια καμένη γη στον τομέα των υποδομών, που δεν περιορίζεται στην «τρύπα του Κούβελα».
Επρόκειτο και ακόμα πρόκειται για προβλήματα που για να αντιμετωπιστούν χρειάζεται χρόνος, τόλμη και εφευρετικότητα. Εχουν γίνει σημαντικά βήματα, χωρίς όμως να έχει ολοκληρωθεί μια διαδικασία πλήρους αντικατάστασης του παλαιού συστήματος.
Κατά την πρώτη φάση της νέας διακυβέρνησης, την περίοδο της συνεχούς διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του τρίτου Μνημονίου, κατορθώθηκε να υπάρξει εξισορρόπηση των δημόσιων οικονομικών, με στόχο όχι μόνο την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, αλλά και την εξεύρεση πόρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης.
Σε μια δεύτερη φάση, μετά την έξοδο από την περίοδο των μνημονίων τον Αύγουστο, και την αξιοποίηση των αποφάσεων του Eurogroup του Ιουνίου 2018, υιοθετούνται μέτρα αναδιανομής του εισοδήματος προς όφελος επαγγελματιών και επιχειρηματιών, και των κατώτερων εισοδηματικών κατηγοριών, ενώ πραγματοποιείται αισθητή βελτίωση των αποδοχών των μισθωτών, αλλά και της διαπραγματευτικής τους ισχύος απέναντι στην εργοδοσία.
Αποτέλεσμα αυτών των δύο πρώτων φάσεων της νέας διακυβέρνησης θα είναι –σύμφωνα με αξιόπιστες εκτιμήσεις– η αποδοχή της Αριστεράς από το εκλογικό σώμα. Δεν θα έχουν όμως πλήρως εξαλειφθεί οι επιπτώσεις της κρίσης και τα κατάλοιπα των προηγούμενων διακυβερνήσεων, ενώ θα συνεχίσουν να υπάρχουν οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη διεθνή συγκυρία, σε ό,τι αφορά τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, τον παραγωγικό δυναμισμό, τις προσφυγικές ροές, αλλά και τη δυναμική της κλιματικής αλλαγής.
Απέναντι σε αυτά τα προβλήματα και σε αυτούς τους κινδύνους, η στρατηγική για την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως συνέχιση μιας αναπτυξιακής διαδικασίας που έχει ήδη ξεκινήσει.
Η αύξηση της παραγωγής και, επομένως, της απασχόλησης, αποτελεί κρίσιμη στρατηγική ανάγκη που δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμενόμενο αποτέλεσμα της εξωστρέφειας και των ξένων επενδύσεων.
Η μεγέθυνση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών είναι ταυτοχρόνως απαραίτητη για την εξωτερική ισορροπία της οικονομίας, αλλά και για την αξιοποίηση των εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων σε ό,τι αφορά την εγχώρια κατανάλωση και την υποκατάσταση εισαγωγών.
Επίσης οι επιπτώσεις της εξωστρέφειας για την απασχόληση δεν είναι επαρκείς. Ακόμα και μεγάλο μέρος των εξωστρεφών δραστηριοτήτων, όπως ο τουρισμός, που όπως γνωρίζουμε αποτελεί και μεγάλο εισαγωγικό τομέα, μπορεί να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη της εγχώριας παραγωγικής δραστηριότητας, αν υιοθετηθούν οι κατάλληλες πολιτικές.
Σε όλες τις περιφέρειες της χώρας, αλλά και σε μικρότερες τοπικές ενότητες, είναι κατά κανόνα ορατό ότι οι πολιτικές που αφορούν την παραγωγή, τις υποδομές ή το περιβάλλον, δεν εντάσσονται σε ενιαίους σχεδιασμούς.
Πρόκειται για μια αδυναμία που έχουμε κληρονομήσει από το παρελθόν, η οποία όμως δεν έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς, καθώς συνεχίζονται οι αποσπασματικές επιλογές έργων υποδομών και δράσεων στήριξης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, που δεν αλληλοτροφοδοτούνται, και χάνουν την αποτελεσματικότητά τους. Από τη στιγμή που στα ζητήματα τοπικής ανάπτυξης έχουν προστεθεί όλο και περισσότερο προβλήματα που αφορούν το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, αλλά και τα ελλείμματα που αφορούν λ.χ. τους υδάτινους πόρους, η ολοκληρωμένη προσέγγιση των τοπικών αναπτυξιακών σχεδίων αποτελεί μια αναγκαιότητα από την οποία απέχουμε ακόμα πολύ.
Η έμφαση στην τοπική ανάπτυξη και στην αύξηση της απασχόλησης με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο έχει άμεση σχέση με τις ανάγκες του εργαζόμενου πληθυσμού, των μισθωτών και των απασχολούμενων σε μικρές επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς και ΚΟΙΝΣΕΠ, αλλά και με τις ανάγκες σε δημόσιους πόρους για την άσκηση πολιτικών για τις υποδομές –δημόσιες και κοινωνικές– και για το περιβάλλον.
Η κρίση και η περίοδος των μνημονίων άφησαν πίσω τους μεγάλες ανισότητες που δεν αφορούν μόνο τα οικογενειακά εισοδήματα, αλλά και την πρόσβαση σε υπηρεσίες. Ως τώρα η καταπολέμηση των ανισοτήτων είχε εκ των πραγμάτων τον χαρακτήρα προνοιακής πολιτικής, και αυτή τη στιγμή εγκαινιάζεται μια πολιτική αύξησης των κατώτερων μισθών και ημερομισθίων. Η αναπτυξιακή στρατηγική πρέπει να έχει στόχο την ανατροπή των σημερινών ανισοτήτων, την κατάργηση με ταχείς ρυθμούς της μαζικής φτώχειας και της μαζικής ανεργίας· τη σταθεροποίηση, με άλλα λόγια, της συμμαχίας των διαφόρων κατηγοριών του κόσμου της εργασίας, που έχουν επιλέξει μια κυβέρνηση της Αριστεράς.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Ποιος μπορεί να κάνει σωστά τη δουλειά;


Θεόφιλος Συχλετίδης


Την ημέρα 1433 του Μαδουριστάν ο Αλέξης Τσίπρας ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για να ανακοινώσει ότι την άνοιξη του 2020 η πόλη θα έχει Μετρό.


 Η ανακοίνωση έγινε στον πρώτο ολοκληρωμένα κατασκευασμένο σταθμό στο κέντρο της πόλης, στο Σιντριβάνι. Τα όσα ακολούθησαν ήταν ιδιαίτερα διασκεδαστικά καθώς στην κριτική περί… εγκαινίων ενός έργου που θα παραδοθεί σε περίπου 15 μήνες πρωτοστάτησαν πολιτικά πρόσωπα που είναι πολύ πιθανό να ελεγχθούν από τη δικαιοσύνη για τα… δώρα που έδινε η SIEMENS, μεταξύ 2003 και 2006, ώστε να παίρνει κρατικά συμβόλαια που αφορούσαν το Μετρό της Αθήνας.
Αρκετά διασκεδαστικές ήταν και οι τσιρίδες συγκεκριμένων δημοσιογράφων που το καλοκαίρι του 2015 τσίριζαν, πάλι, ότι οι Μαδουριστές… άρπαξαν από το ταμείο της Αττικό Μετρό εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, που προοριζόταν για το Μετρό της Θεσσαλονίκης, ώστε να πληρώσουν μισθούς και συντάξεις στον κομματικό τους στρατό και να κερδίζουν το δημοψήφισμα του Ιουλίου.

Πέρα από την πλάκα προέκυψε και ένα θέμα. Αν δει κανείς τους ρυθμούς εξέλιξης του έργου θα εντοπίσει εύκολα ότι χάθηκε μία τριετία. Και αυτό προκύπτει από τη σύγκριση των ρυθμών της τριετίας 2012 – 2014 και 2016 – 2018. Αν την τριετία 2012 – 2014 υπήρχαν οι ρυθμοί της τριετίας 2016 – 2018 τότε η Θεσσαλονίκη θα είχε Μετρό από την άνοιξη του 2017. Χρόνια χάθηκαν και το προηγούμενο διάστημα, υποτίθεται ότι η Θεσσαλονίκη θα είχε Μετρό από την άνοιξη του 2012, αλλά πιστεύω πως το σημαντικό σε αυτή τη φάση είναι να δούμε γιατί χάθηκε η τριετία 2012 – 2014 που τη χώρα την κυβερνούσαν μαζί οι… νόμιμοι ιδιοκτήτες της, οπότε όλοι οι… ικανοί πολιτικοί αυτού του τόπου είχαν μαζευτεί στο Μαξίμου και στα υπουργεία.

Σύμφωνα με την αφήγηση της Νέας Δημοκρατίας, που είναι και ο… νόμιμος ιδιοκτήτης του Μετρό Θεσσαλονίκης εξαιτίας της τρύπας του Κούβελα, η τριετία 2012 – 2014 χάθηκε γιατί ο Τσίπρας έβαλε το Τμήμα Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης να βγάλει στον δρόμο τους Μαδουριστές και να σταματήσουν το έργο υπερασπιζόμενοι κάτι αρχαία της… πλάκας που βρέθηκαν στον υπό κατασκευή σταθμό της Βενιζέλου.
Βέβαια από τη μία τα αρχαία της… πλάκας είναι ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα σε αστικό χώρο στην Ευρώπη και από την άλλη η αφήγηση της Νέας Δημοκρατίας δυσκολεύτηκε να περάσει ακόμα και στα Μέσα Ενημέρωσης που τα άρπαζαν γερά από το ΚΕΕΛΠΝΟ επί… νόμιμων ιδιοκτητών του υπουργείου Υγείας.

Τι συνέβη όμως και χάθηκε αυτή η τριετία; Είναι γνωστό ότι η κυβέρνηση του Κώστα του Καραμανλή του Βούδα έχασε τη μάχη με τους… νταβατζίδες χωρίς ποτέ να τη δώσει. Και κάπως έτσι μετά το 2012 οι τεχνικές εταιρίες που είχαν/έχουν μερίδιο στην κατασκευή του Μετρό της Θεσσαλονίκης εμφάνισαν πρόσθετες απαιτήσεις ύψους 1,1 δις ευρώ.
Αυτές οι πρόσθετες απαιτήσεις ήταν ο κύριος λόγος που το έργο χαντακώθηκε καθώς το 2013 δεν είμασταν στο 2003 ή στο 2006 που με απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ μπορούσε ένα έργο των 300 εκατομμυρίων να κόστιζε τελικά 600 εκατομμύρια ευρώ.

Το έργο του Μετρό της Θεσσαλονίκης ξεκόλλησε το 2016 και τρέχει τώρα για να ολοκληρωθεί σε 15 μήνες γιατί η κυβέρνηση των Μαδουριστών πήγε τις πρόσθετες απαιτήσεις στο διαιτητικό δικαστήριο το οποίο αποφάσισε ότι οι τεχνικές εταιρίες έχουν να παίρνουν 188 εκατομμύρια ευρώ και όχι 1,1 δις. Γιατί λοιπόν η κυβέρνηση των… νόμιμων ιδιοκτητών της χώρας δεν προσέφυγε νωρίτερα στο διαιτητικό δικαστήριο ώστε να ξεκολλήσει το έργο μία ώρα αρχύτερα; Προφανώς σε αυτή την ερώτηση μπορούν να δοθούν πολλές τεχνικού και νομικού τύπου απαντήσεις.
 Πιστεύω όμως πως η βασική απάντηση είναι πολιτική και έχει να κάνει με το ποιος μπορεί να κάνει σωστά τη δουλειά. Όταν ένας υπουργός ή μία ολόκληρη κυβέρνηση τρέμει το δελτίο ειδήσεων ενός ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού στον οποίο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι ιδιοκτήτης ένας μεγαλομέτοχος μίας τεχνικής εταιρίας, προφανώς και σωστή δουλειά δεν μπορεί να γίνει.
Και έτσι μπορεί και χρόνια να χαθούν και η ανεργία να πάει στο 28% και φτωχοί άνθρωποι να τιμωρούνται μόνο και μόνο για τη φτώχεια τους.      

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Πρέσπες: από το καρναβάλι στον εκβιασμό

 Αντώνης Λιάκος ιστορικός, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η αναμόχλευση ενός εθνικισμού παράλογου, φοβικού, επιθετικού, το σύνδρομο του έθνους-σκαντζόχοιρος με προτεταμένα αγκάθια προς όλες τις κατευθύνσεις


Είναι εύκολο να υποδύεσαι τον προοδευτικό, τον φιλελεύθερο, τον δημοκράτη. Οσο η σχέση ιδεών και πραγματικότητας έχει απόσταση, η ασάφεια διευκολύνει ιδεολογικές επιλογές χωρίς δέσμευση. Φτάνει όμως κάποια στιγμή που πρέπει να αποφασίσεις συγκεκριμένα. Οχι επειδή είναι στο χέρι σου, αλλά επειδή τα πράγματα το επιβάλλουν.
Και τότε η απόφασή σου είναι που μετράει, αυτή η απόφαση σε δεσμεύει, υποθηκεύει το μέλλον σου. Αυτή η απόφαση και μόνο, αυτή η απόφαση γυμνή, και όχι οι λόγοι που σε οδήγησαν σε αυτήν.
Προφανώς εννοώ το Μακεδονικό. Αποτελεί μια μουντζούρα στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την ελληνική εμμονή, σκιάζει ακόμη και ζητήματα εξωτερικής πολιτικής στα οποία διεκδικούμε το δίκιο μας. Απλώνει όμως και μια τεράστια μελανιά στο εσωτερικό.
 Η αναμόχλευση ενός εθνικισμού παράλογου, φοβικού, επιθετικού, το σύνδρομο του έθνους-σκαντζόχοιρος με προτεταμένα αγκάθια προς όλες τις κατευθύνσεις. Το Μακεδονικό είναι δυστυχώς ο ελληνικός δρόμος προς την ακροδεξιά κατάσταση που σκιάζει όλη την Ευρώπη, από την Πολωνία και την Ουγγαρία έως την Ιταλία και τη Γαλλία.
Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να πετύχει η Ελλάδα. Το ανώτερο δυνατό των παραχωρήσεων, υπό ειρηνικές συνθήκες. Υπήρξε ένα παράθυρο ευκαιρίας και δύο πρωθυπουργοί που αποφάσισαν να το ανοίξουν. Θα έπρεπε να εγκαλέσουμε τον Τσίπρα αν, λόγω Καμμένου, δεν άγγιζε τα παντζούρια. Οχι γιατί τα άνοιξε. Και τα παράθυρα ευκαιρίας, στα εθνικά ζητήματα, δεν ανοίγουν κάθε τόσο. Γιατί τα πράγματα παγιώνονται, η επόμενη φορά, αν υπάρξει, θα είναι απείρως δυσκολότερη της προηγούμενης.
Το Κυπριακό είναι το τέλειο αντι-παράδειγμα. Αν η Συμφωνία των Πρεσπών δεν περάσει, και μάλιστα με ελληνική υπαιτιότητα, το Μακεδονικό, ζήτημα ανύπαρκτο ουσιαστικά για τη διεθνή κοινότητα, θα έχει κλείσει με το τωρινό status quo.
Το ελληνικό veto θα παρακαμφθεί, τόσο ως προς την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και στο ΝΑΤΟ. Ουδείς θα διανοείται στο εξής να μην την αποκαλεί Μακεδονία. Οι Ελληνες θα παγιώσουν την υποκρισία. Στο εξωτερικό συμμόρφωση με τα διεθνή νόμιμα, στο εσωτερικό λεονταρισμοί. Εκείνο που θα μείνει θα είναι η δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα. Ο εθνικισμός.
Καθώς οι διαδικασίες για τη Συμφωνία των Πρεσπών στη γειτονική χώρα ολοκληρώνονται, η συμφωνία θα έρθει στην ελληνική Βουλή σε λίγες βδομάδες. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες πολιτικών σε σχέση με τη συμφωνία. Η πρώτη κατηγορία είναι των εθνικιστών, στην οποία δεν χρειάζεται εκτενέστερη αναφορά. Η δεύτερη κατηγορία είναι όλοι εκείνοι οι οποίοι δεν έχουν αντιρρήσεις αρχής, γιατί τη διπλή ονομασία την είχαν δοκιμάσει ή αποδεχτεί σε διάφορες απόπειρες στο παρελθόν. Και σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν ηγετικές πολιτικές προσωπικότητες εντός ή εκτός Κοινοβουλίου.
Ολοι οι πρώην πρωθυπουργοί, εκτός Σαμαρά. Και ο Σημίτης, και ο Καραμανλής, και ο Γ. Παπανδρέου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιδίωξαν να λύσουν το Μακεδονικό με διπλή ονομασία ή την αποδέχτηκαν. Το ίδιο ισχύει και για τη δυναστεία των Μητσοτάκηδων, καθώς και για τον Σταύρο Θεοδωράκη που σχημάτισε ένα κόμμα με αντίστοιχες προγραμματικές διακηρύξεις. Τέλος, η τρίτη κατηγορία είναι των καιροσκόπων. Οι «ναι μεν, αλλά» και όσοι κρύβονται. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη κατηγορία. Τους βρίσκει κανείς σε όλα τα πολιτικά περιβάλλοντα, παλαιοκομματικά και εκσυγχρονιστικά.
Τι θα κάνουν και τι θα πουν όλοι αυτοί τώρα; Το πρώτο επιχείρημα που προβάλλουν η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία, για να μη συμπράξουν, είναι πως ο Τσίπρας δεν συνεννοήθηκε πριν μαζί τους και ότι επιδίωξε να τους διασπάσει. Ας υποθέσουμε πώς ήταν λάθος του που δεν συνεννοήθηκε. Αλλά ο εκ των υστέρων εναγκαλισμός του εθνικισμού εκ μέρους τους τι δείχνει;
Η μόνη απάντηση που θα εισέπραττε θα ήταν «άσ' το, μη θέτεις τέτοιο ζήτημα τώρα, το ακροατήριό μας δεν το σηκώνει». Το δεύτερο επιχείρημα είναι της «στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ», προερχόμενο από το ΚΙΝ.ΑΛΛ.
Δεν σχολιάζω τον μικρομεγαλισμό αυτού του φθίνοντος κόμματος. Συγκροτεί όμως πολιτική ευθύνη να θέτεις ένα ζήτημα του εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού πάνω από τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας; Μένει το τρίτο επιχείρημα: η κυβέρνηση, αφού την έκανε τη συμφωνία, θα την περάσει έστω και με πλειοψηφία επί των παρόντων, δηλαδή με κάτω από 150 ψήφους.
Αρα και ο σκύλος χορτάτος και η πίτα άθικτη. Αφενός η συμφωνία θα περάσει και άρα δεν θα χρεωθούμε εμείς (δηλαδή η τωρινή αντιπολίτευση) την άρνηση, αφετέρου θα βγούμε να καταγγείλουμε την κυβέρνηση ότι περνάει με μειοψηφία, άρα πραξικοπηματικά, μια προδοτική συμφωνία. Η τέλεια παγίδα!
Αν τα δύο προηγούμενα επιχειρήματα ανήκουν στο καρναβάλι, κατανοητό και ώς ένα σημείο αναμενόμενο στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι, το τελευταίο επιχείρημα αποτελεί απλώς εκβιασμό. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι πολλοί όσοι αποφασίσουν να αυτοκτονήσουν, πολιτικά και ηθικά, στα παγωμένα νερά των Πρεσπών.


Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018

Το συνανήκειν και η κομματικότητα

 Δημ. Σεβαστάκης

Συνανήκειν. Δύσκολο, στιλπνό και σπάνιο. Πολλοί εννοούν ότι λείπουν -και στον ΣΥΡΙΖΑ- οι όροι σύμπνοιας και ουσιαστικής ενότητας. Πράγματι εύκολα, ιδίως στην προεκλογική περίοδο, εγείρονται κοιμισμένοι εμφύλιοι, βγαίνει μια ανασφάλεια, μια ένταση. Αλλά οφείλονται στις αγωνίες άδηλου μέλλοντος η τραχύτητα και οι απόκρημνες συμπεριφορές; Στατιστικά ίσως δεν πολυστέκει ο ισχυρισμός.
Οι περισσότεροι έχουν διαμορφωμένη «ταυτότητα» και πριν τον κοινοβουλευτικό ή αυτοδιοικητικό βίο, άρα ο κίνδυνος και η διάσπαρτη ανασφάλεια που ενυπάρχουν στις προεκλογικές περιόδους δεν πρέπει να τους αγγίζουν και πολύ. Αγγίζουν, όμως, μερικούς.
Για τα κουσούρια, τις (βλακο)συνομωσίες κ.λπ. ακόμα δεν έχει εφευρεθεί το εμβόλιο. Αλλά είναι ικανοί μερικοί με κατεστραμμένη ψυχή να επιμολύνουν τον χώρο; Ναι. Το δηλητήριο δεν θέλει πολύ άμα μπει στις φλέβες. Το αντίθετο είναι το δύσκολο. Να αποτοξινωθεί κανείς από το μίσος και τον φθόνο, ιδίως αν έχει την αίσθηση ότι είναι αδικημένος. Φτιάχνει ομαδούλες, συνδέσεις, κατηγορεί, ψιλοεκβιάζει συναισθηματικά (καμιά φορά και κυριολεκτικά), διαπραγματεύεται πάντα εις βάρος του συντρόφου.
Εντούτοις, ο κύριος χαρακτήρας που στεγάζεται στον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να πάσχει από αφέλεια ή αναβλητικότητα, όχι όμως τόσο από καριερισμό. Ή μάλλον όχι από επαγγελματικό καριερισμό, αλλά από μια ανόητη ματαιοδοξία να τον «δουν» όλοι, να τον προσέξουν οι πάντες, να τραβήξει τα βλέμματα θαυμασμού, να εντυπωσιάσει. Αυτό το είδος εκβιαστικού θαυμασμού έχει τη νοσηρή πλευρά του, αλλά πες ότι δεν βλάπτει.
Εκείνο που βλάπτει είναι είτε η ιδιοτελής εκμετάλλευση θέσης και πόστου, είτε τα πηχτά απωθημένα. Στον ΣΥΡΙΖΑ μια παρεμφερής κατάσταση είχε «βγει» στις παρυφές του δημοψηφίσματος, κυρίως στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν έγιναν προσπάθειες να αμβλυνθούν τραύματα και σκισίματα. Δεν βαριέσαι, μόλις βρεθούν υπό Κ.Σ. ξανανοίγουν οι πληγές.
Αν έχουμε θρυμματισμένο συναισθηματικό και ιδεολογικό υπόστρωμα, δεν μπορούμε να παλέψουμε. Δεν σε επιβεβαιώνει τίποτα από την πραγματικότητα. Νιώθεις ξένος στο ίδιο σου το πολιτικό σώμα. Κι αυτό είναι ένα αίσθημα «ανεπιθύμητου». Γεννάει ένα αίσθημα φυγής και απόσπασης. Αυτό το σημείο της αποξένωσης, του αισθήματος «να τα βροντήξω», καταλαμβάνει πολλούς συντρόφους, φίλους και είναι ένα κρίσιμο σημείο σε μια κρίσιμη στιγμή. Γιατί στα τόσα χρόνια δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι υπάρχει ένα ιδεολογικό τσιμεντάρισμα, ότι, βρέξει - χιονίσει, θα ’σαι εκεί, φρουρός ακοίμητος μιας κομματικότητας που μπορεί ο οποιοσδήποτε (μ...κας) να την κουρελιάζει. Ο οποιοσδήποτε μανιακός να δηλητηριάζει, να φτιάχνει το αποκρουστικό περίβλημα. Ναι, περίβλημα. Τέτοιο βλήμα.
Σε αυτή τη ρευστή στιγμή τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αγκυρωμένο σε μια ακίνητη συνέπεια. Γιατί έχουν διαταραχτεί οι αναφορές. Τα σημάδια που βάζει κανείς στον βίο του για να μη χάσει τον δρόμο, για να μη χάσει το εαυτό του. Αυτά τα σημάδια έχουν χαθεί στην αμμοθύελλα, έχουν κρυφτεί από τις διαψεύσεις, έχουν σκονιστεί από τις ηλίθιες και ασυμμάζευτες φιλοδοξίες. Προσοχή, η φουρτούνα δεν πέρασε. Η υπόγεια ταραχή δεν ήρθη.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Η θολή και δακρυσμένη ελπίδα

 Δημήτρης Σεβαστάκης

Τα επιχειρήματα σήμερα είναι πιο εύκολα, αφού υπάρχει μεγαλύτερη συνοχή στην παραγόμενη κυβερνητική πολιτική, επομένως στην απεικόνισή της. Οι απίστευτες αντιφάσεις του 2015, οι ταλαντεύσεις, οι διαπραγματεύσεις που δεν έβγαιναν, οι συμφωνίες που δεν έλυναν προβλήματα, οι εκβιασμοί δανειστών και εσωτερικών κυκλωμάτων, οι ανασφάλειες, τα συστήματα που κατέρρεαν, η ασχετίλα (μας) ως προς τα κόλπα και τα άτυπα στοιχεία του κράτους, όλα αυτά τα έντονα και άστατα, δεν μπορούσαν να δώσουν συνεκτική πολιτική επιχειρηματολογία.
Το καλοκαίρι του 2015 έγινε η μεγάλη συμβιβαστική επιλογή. Πέρα από την κατάθλιψη, πέρα από τον εσωτερικό μονόλογο της Αριστεράς με τη συνείδησή της, με την παιδεία της, με τους παλιούς συντρόφους, ακόμα και τα πικρά (ή και κανιβαλικά) που εκστομίζονταν, υπήρχε η πολεμική πραγματικότητα. Έπρεπε να απαντήσει κανείς στην πραγματικότητα, πέρα από τις υποκειμενικές δυσκολίες και τις αναστοχαστικές πολυτέλειες.
Στα ΜΜΕ της εποχής, ελάχιστοι έβγαιναν, ουσιαστικά προσπαθώντας να γλιτώσουν από τις βολές για την αλλαγή πολιτικής. Η κεντρική πολιτική επιλογή το καλοκαίρι του 2015 θα μπορούσε να συνοψιστεί: επιείκεια (πίστωση χρόνου, χρηματοδότηση δηλαδή) διά της πειθαρχίας και υπακοής. Πολλά επιβαλλόμενα μέτρα ήταν φορμαλιστικά, ίσως τιμωρητικά, διδακτικά για τους άλλους (τους Πορτογάλους, Ιρλανδούς κ.λπ.) πρωτίστως.
Σήμερα έχουν γίνει σοβαρά βήματα πολιτικής χειραφέτησης. Η χώρα μπορεί να σχεδιάσει με μεγαλύτερη ελευθερία πολιτικές, να ιεραρχεί και να απορρίπτει. Φυσικά, σε ένα πολιτικό και οικονομικό περικείμενο που είναι ευμετάβλητο και εύθραυστο - όπως εξάλλου επιβάλλουν τα περισσότερα μοντέλα σύγχρονου εφαρμοσμένου καπιταλισμού. Πληροφοριοκεντρικού, δανειοκρατικού, αφηγηματικού καπιταλισμού.
Στο σημερινό πεδίο υπάρχει μεγαλύτερη άνεση δημόσιας έκφρασης του ΣΥΡΙΖΑ. Ναι μεν σκληρά μέτρα, πιέσεις, αλλά και κάποια διέξοδος.
Οι προσπάθειες της Δεξιάς για οργάνωση αντιφρονούντων και αγανακτισμένων πολιτών δεν τραβάνε, κάποια βελτιωτικά μέτρα στα εισοδήματα των πολιτών αλλάζουν το κλίμα, καμία σύγκριση με τα δύσκολα 2016, 2017. Κι όμως, από τη μια μεριά έχουμε μια μεταχρονολογημένη μελαγχολία, μια κούραση ίσως από τις πιέσεις, τον μηδενισμό του έργου, τα απίστευτα κυκλώματα που καταλαμβάνουν πόστα και ισχύ.
Μια κόπωση από την κατάσταση πολλών οργανώσεων, τους ηλίθιους και αυτοκαταστροφικούς εμφυλίους. Η κόπωση εκφράζεται με τη μεγάλη κοινωνική, συναισθηματική αναδίπλωση, σαν να βγήκε η κούραση μόλις έφυγε η μεγάλη φουρτούνα. Ο καθένας έχει διάθεση να αλλάξει παραστάσεις, να βγει από την πολιτική πηγάδα. Να πάει στην προσδοκία, να ξανακατοικήσει την αισιοδοξία.
Η συνθήκη δεν είναι πηχτή, συμπαγής, δεν μοιάζει ούτε με τη δύσκολη, αφηρημένη και αγχώδη ελπίδα της άνοιξης του 2015, ούτε με την καταθλιπτική απόφαση του καλοκαιριού του 2015, ούτε με τις αμφίβια δύσκολες χρονιές του 2016 και 2017. Η σημερινή συνθήκη έχει τη σύνθετη, περίπλοκη και κουρασμένη προσδοκία, την πεποίθηση μιας κουρασμένης διεξόδου.
Ως αριστεροί γεννηθήκαμε στα διλήμματα, στις καθαρές κατηγορίες καλού - κακού, στις φωτεινές λεωφόρους του μέλλοντος ή στα σκοτεινά σοκάκια της εξορίας (έστω των βασανιστικών φαντασιώσεων). Με την περιπέτεια της κυβέρνησης, της κοινοβουλευτικής εμπειρίας, οι κατηγορίες τρεμουλιάζουν, συννεφιάζουν, θολώνουν. Τα βλέμματα, οι ιδέες το ίδιο. Οι ιδέες δυσεύρετες, σπάνιες, ίσως και περιττές στο καθεστώς του σκληρού και αμυντικού εμπειρισμού, μιας περιελισσόμενης κυβερνητικής ανηφόρας.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Η αλήθεια για την ακίνητη περιουσία της εκκλησίας

 Βαγ. Αποστόλου

Η προσέγγιση του συγκεκριμένου ζητήματος για να μην γίνονται λανθασμένες εκτιμήσεις ξεκινά από μια παραδοχή: ότι ο γεωγραφικός χώρος της χώρας μας περιλαμβάνει εκτάσεις που σταδιακά προσαρτήθηκαν στο νεοελληνικό κράτος, όπως ρητά περιγράφεται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, στη συνθήκη απελευθέρωσης της Κωνσταντινουπόλεως του 1832 και στις μετέπειτα συνθήκες προσαρτήσεων των απελευθερούμενων ελληνικών εδαφών.
Οι υπάρχουσες λοιπόν τότε μονές, όταν προβάλλουν αξιώσεις επί γαιών, θα πρέπει να κάνουν ρητή αναφορά στο προ των συνθηκών και μετά τις συνθήκες αυτές, καθεστώς δικαιωμάτων τους επί πάσης φύσεως εκτάσεων, επισυνάπτοντας μάλιστα στοιχεία, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από τη Διοίκηση και την Δικαιοσύνη.
Επί οθωμανικής κυριαρχίας και διαρκούντος του απελευθερωτικού αγώνα οι μονές είχαν υποστεί πολλές κακουχίες από το τουρκικό κράτος, κι αυτό γιατί περιέθαλπαν αγωνιστές ή τους ενίσχυαν με πολεμοφόδια και τρόφιμα. Δεν μπορεί δηλαδή να αμφισβητηθεί η προσφορά των μοναχών στον απελευθερωτικό αγώνα, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τη διαφοροποίηση που ζητούν οι μονές στην αντιμετώπιση ζητημάτων κυριότητας σε εκτάσεις της χώρας.
Οι μονές αντιμετωπίζονταν από το οθωμανικό κράτος ως ευαγή σχεδόν ιδρύματα, δηλαδή όπως τα τζαμιά. Δεν θεωρήθηκε όμως κατά την απελευθέρωση ότι τα κτήματα που νέμονταν, έπρεπε να αποτελέσουν κατά τις διαπραγματεύσεις και αντικείμενο ειδικής ρύθμισης, όπως απετέλεσαν τα βακουφικά. Σε καμιά περίπτωση δεν αντιμετωπίσθηκαν ως αυτοτελείς οικονομικές ενότητες με ακίνητη περιουσία έξω από τους κανόνες του οθωμανικού δικαίου.
Ο Καποδίστριας και ο Όθωνας, όχι μόνο δεν έκαναν καμιά διάκριση στην αντιμετώπιση των υπαρχουσών 430 μονών, αλλά και διέλυσαν όσες είχαν δύναμη κάτω των έξι ατόμων, παίρνοντας ταυτόχρονα και την περιουσία τους. Οι υπόλοιπες 153 συνέχισαν να λειτουργούν, αλλά το 1834 τα περιουσιακά τους στοιχεία μπήκαν σε ειδικό καθεστώς διοίκησης και διαχείρισης, στο Εκκλησιαστικό Ταμείο, που συστάθηκε γι' αυτόν τον σκοπό.

Το Βασιλικό Διάταγμα του 1833

Μπορεί ένα χρόνο πριν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 23ης Ιουλίου 1833, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, στην οποία υπήχθησαν οι μη διαλυθείσες 153 μονές να ανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλος», αλλά ήταν ανεξάρτητη από το κράτος μόνο στα δογματικά ζητήματα. Όσον αφορά δε το μεταβατικό καθεστώς των γαιών, από αυτό του οθωμανικού κράτους σε αυτό του νεοελληνικού, ρυθμίστηκε με τα δύο Βασιλικά Διατάγματα της 3/15 Δεκεμβρίου 1833 και της 17/29 Νοεμβρίου 1836. Σύμφωνα με αυτά, οι μονές της ελεύθερης Ελλάδας, αν προέβαλλαν αξιώσεις, όφειλαν να προσκομίσουν επίσημα τουρκικά έγγραφα (ταπία) που να αποδείκνυαν την εκχώρηση προς αυτές, από το επίσημο τουρκικό κράτος, της αποκλειστικής “οιονεί νομής επικαρπίας”, σε τέτοιες εκτάσεις, πράγμα που δεν έκαναν.
Το ελληνικό κράτος, όπως συγκροτήθηκε σε οργανωμένο σύνολο εξουσιών, έλαβε οριστικές αποφάσεις για τις εκτάσεις αυτές το 1835, τις οποίες και γνωστοποίησε το 1838. Μάλιστα, για να λυθούν και τα προβλήματα που προέκυπτανμ με βάση τις συνθήκες απελευθέρωσης, από την υποχρέωση του ελληνικού κράτους να αποζημιώσει τους Οθωμανούς που έφευγαν, υπήρξε κι ένας συμβιβασμός με τους Τούρκους. Ο συμβιβασμός αυτός επικυρώθηκε με Βασιλικό Διάταγμα που δεν καταργήθηκε έκτοτε και έχει ισχύ αναγκαστικού νόμου του κράτους, αφού απετέλεσε την οριστική ρύθμιση στο γαιοκτητικό ζήτημα της ελεύθερης Ελλάδας, από το πρώην οθωμανικό στο νέο ελληνικό πλέον κράτος.
Το Εκκλησιαστικό Ταμείο διαλύθηκε τελικά το 1841 και τη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών. Το 1847, ψηφίζεται ειδικός νόμος (ΝΖ) που ρύθμισε την παραχώρηση στις μονές που βρίσκονταν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα τα κτήματά τους στην ελεύθερη Ελλάδα. Διαπιστώνεται όμως ότι στον νόμο δεν γίνεται καμία μνεία των διαδικαστικών λεπτομερειών απόδοσης των κτημάτων. Υπάρχουν μόνο αόριστες αναφορές. Για τις εκτάσεις αυτές ήδη με τα διατάγματα του 1833 και του 1836 είχαν ρυθμιστεί τα ζητήματα ιδιοκτησίας αλλά και επικαρπίας, μάλιστα αδιακρίτως υπηκοότητας για αξιούντες δικαιώματα.
Το 1909 ιδρύεται ο Οργανισμός Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) προκειμένου να αναλάβει αυτός τη διαχείριση των κτημάτων των διατηρούμενων 153 μονών. Αργότερα, με τον Ν. 4684/1930 τα συγκεκριμένα ακίνητα κηρύχθηκαν είτε «εκποιητέα» είτε «διατηρητέα περιουσία», χωρίς να ληφθούν υπόψη τα προηγούμενα. Υπήρξαν δηλαδή αβλεψίες που και σήμερα ακόμα δημιουργούν τεράστια προβλήματα στη Διοίκηση, σε πολίτες, στη Δικαιοσύνη και στην κτηματογραφική διαδικασία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η πολιτεία σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να έκανε απαλλοτριώσεις στο πλαίσιο της αγροτικής νομοθεσίας στις εκτάσεις αυτές, προκειμένου να αποκατασταθούν ακτήμονες καλλιεργητές ή πρόσφυγες ή κτηνοτρόφοι, όμως από την άλλη πλευρά, και ο ΟΔΕΠ εκποίησε για λογαριασμό του σημαντικό μέρος της, με ενδιάμεσο φορέα συγκέντρωσης των χρημάτων και σύνταξης των σχετικών συμβολαίων την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας.

Το σύνταγμα του 1952

Η λειτουργία αυτή δημιούργησε ένα κλίμα διαρκών αμφισβητήσεων και από τις δύο πλευρές, μέχρι το 1952, που το σύνταγμα εξουσιοδότησε την τότε κυβέρνηση να απαλλοτριώσει γη προς όφελος των άκληρων και κτηνοτρόφων για περίοδο τριών ετών από της θέσεώς του σε ισχύ. Σε εκτέλεση αυτής της μεταβατικής διατάξεως, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και το Δημόσιο συνήψαν μία συμφωνία η οποία κυρώθηκε από το Δημόσιο με το Διάταγμα 2185/8.10.1952.
Το άρθρο 36 του Διατάγματος αυτού δήλωνε κατ’ ουσίαν ότι το Δημόσιο θα παραιτείτο του λοιπού από τα δικαιώματα που είχε δυνάμει του άρθρου 104 του συντάγματος, αναφορικά με την απαλλοτρίωση ή την αναγκαστική μίσθωση περιουσίας της ελληνικής Εκκλησίας. Με βάση την συμφωνία, οι μονές θα έδιναν με πώληση τα τέσσερα πέμπτα των γεωργικών κτημάτων τους και τα δύο τρίτα των βοσκοτόπων τους και θα ελάμβαναν το ένα τρίτο της αξίας τους. Δεν υλοποιήθηκε στο σύνολό της ούτε αυτή η συνταγματική ρύθμιση.
Έκτοτε ακολούθησαν δύο σημαντικές προτάσεις που έβαλαν στις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους την παράμετρο της αξιοποίησης της ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας. Η πρώτη ήταν οι ρυθμίσεις του 1987 και του 1981 με τους νόμους 1700 και 1881, γνωστούς ως νόμους Τρίτση, και η δεύτερη η πρόσφατη συμφωνία.
Οι νόμοι ισχύουν μέχρι σήμερα και βρήκαν εφαρμογή σε ένα σημείο κομβικό και για τη σημερινή συμφωνία: Με μια σύμβαση που υπέγραψαν η Πολιτεία και οι 149 από τις 153 μονές, το σύνολο της εκκλησιαστικής τους περιουσίας, περνούσε στον Οργανισμό Διοικήσεων Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), η δε Πολιτεία αναλάμβανε την υποχρέωση να παραχωρεί το 1% του προϋπολογισμού του υπουργείου Παιδείας, δηλαδή ήταν η πρώτη φορά που συνδεόταν ουσιαστικά η συγκεκριμένη περιουσία με την οικονομική λειτουργία της Εκκλησίας. Ούτε αυτή η σύμβαση υλοποιήθηκε.

Αξιοσημείωτες συμπτώσεις

Το αξιοσημείωτο είναι ότι η περιουσία που προέβλεπε συμπίπτει με αυτήν που προτείνεται σήμερα να ενταχθεί υποχρεωτικά στο Ταμείο Αξιοποίησης και που, σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση, το 1987, των γεωτεχνικών επιθεωρήσεων της πρώην ΑΤΕ, είναι 367.000 στρ. δάση, 753.000 στρ. βοσκότοποι και 190.000 στρ. αγροτικές εκτάσεις.
Μάλιστα, για την αξιοποίηση της συγκεκριμένης περιουσίας υπήρξε κι άλλη απόπειρα, το 2013, με την οποία συστάθηκε η Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η οποία εντάσσεται επίσης στο Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας και διοικείται με το σημερινό κατά νόμον καθεστώς.
Η νέα συμφωνία για να μην υπάρξουν περαιτέρω τριβές αποδέχεται το δικαίωμα της αμφισβήτησης της κυριότητας και από τις δύο πλευρές . Όμως, κάποια στιγμή, και μάλιστα ενόψει του Εθνικού Κτηματολογίου θα κληθούν όλες οι μονές, οι παλιές 153, αλλά και οι νέες, να προσκομίσουν τίτλους ή επίσημα έγγραφα, τα οποία πρέπει να θεμελιώνουν αξιώσεις επί των πάσης φύσεως ακινήτων τους.